Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Η πρόσκληση της ξενιτειάς του Γιώργου και η πρόσκληση της καρδιάς του Πέτρου.

Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα και συγγραφέας Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου

Ιούλιος μήνας. Είναι η καρδιά του καλοκαιριού. Σάββατο βράδυ στην πλατεία του χωριού και στο γνωστό καφενείο. Η παρέα μεγάλη με τον ερχομό των ξενιτεμένων. Είμαστε όλοι χαρούμενοι. Και είμαστε όλοι οι νέοι μιας άλλης εποχής. Έτσι αναπολούμε και ξαναζούμε. Μα πιο πολύ οι ξενιτεμένοι μας. Ο καθένας κάτι θέλει να πει απ' τα παλιά. Έτσι έγινε και εκείνη την βραδιά. Είχαμε πετάξει όλα τα βαρίδια του χρόνου και μας είχε αγγίξει για λίγο η δροσιά της νιότης. Μιλούσαμε απλά και άδολα όπως τότε. Θυμόμαστε αστεία γεγονότα, όμορφες σκηνές απ' τα πανηγύρια και τους γάμους.

Αλήθεια είναι ν' απορεί κανείς πότε πέρασαν τόσα χρόνια και άλλαξε τόσο πολύ η ζωή μας, παρατήρησε ο Γιώργος ξαναφέρνοντάς μας στην σκληρή πραγματικότητα. Λες και ήταν χθες που πήρα τον άχαρο δρόμο της Αμερικής. .... Και φεύγοντας πήρες μαζί σου μια πονεμένη ρομαντική ιστορία συμπλήρωσα. Αχ Αρετή….. τί μου θύμησες τώρα! Μου έβγαλες απ' το ντουλάπι της μνήμης μου την πιο όμορφη ιστορία της νεανικής μου ζωής. Με χαρά λοιπόν την ξαναδιαβάζεις και με ευχαρίστηση την ακούμε παρακάλεσα. Έλα Γιώργο καιρός να σε ακούσουμε είπαμε όλοι της παρέας.

Ο Γιώργος σηκώνοντας το φλιτζάνι του κατάπιε μια γουλιά καφέ, ανακάθισε στο κάθισμά του και αρχισε με κρυφή συγκίνηση να ξεδιπλώνει το όμορφο κομμάτι της ζωής του. Αγαπητοί μου, όταν ήταν η εποχή που μόλις είχα γυρίσει απ' τον στρατό και ήμουν μόλις 23 ετών. Τότε υπήρχε σε όλους, όπως ξέρετε, τους γονείς και τους νέους ο προβληματισμός για κάποια οικονομική διέξοδο. Άρχισε να θυμίζει το γνωστό ο Γιώργος και συνέχισε. Έτσι μόλις άνοιξε η πόρτα της ξενιτιάς άρχισε να καταπίνει την δροσιά του τόπου μας. Τα νιάτα του χωριού μας. Τότε και εγώ μόλις εξασφάλισα την πολυπόθητη πρόσκληση τρέχω μια και δυο σ’ ένα γραφείο στην Αθήνα για να κανονίσω τα του εισιτηρίου. Υπεύθυνη του γραφείου ήταν μια όμορφη κοπέλα. Και καθώς με ενημέρωνε για τα δικαιολογητικά έβγαζε προς τα έξω μια συμπάθεια σαν να γνωριζόμαστε καιρό και έδινε την εντύπωση πως ήταν περιττό το εισιτήριο αυτό. Όμως δεν σας κρύβω πως και εγώ έπειτα από την όμορφη παρουσία της και το λεπτό της τρόπο δεν έμεινα ανεπηρέαστος. Όμως μπόρεσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και είπα στον εαυτό μου: Γιώργο άφησε αυτά που σκέφτεσαι! Έχεις τραχανά απλωμένο όπως λέει ο λαός μας. Έτσι χαιρέτισα τυπικά και έφυγα φανερά αδιάφορος αλλά εσωτερικά βαθιά επηρεασμένος. Όμως σταθερά αποφασισμένος να φύγω το γρηγορότερο. Την καθορισμένη μέρα και ώρα βρέθηκα ξανά στο γραφείο της να πάρω το εισιτήριο. Εκεί με περίμενε μια έκπληξη. Σε μια καρέκλα δίπλα της καθόταν ένας ευπαρουσίαστος κύριος γύρω στα 55-60 ετών. Τον άκουσα να μου απαντάει στον χαιρετισμό μου. Καλώς τον Γιώργο. Κάθισε παιδί μου. Εγώ φυσικά απευθυνόμενος στην υπεύθυνη του γραφείου της έδωσα τα δικαιολογητικά. Τότε πήρε τον λόγο ο κύριος και μου είπε: Γιώργο με συγχωρείς που επεμβαίνω στην ζωή σου. Όμως το κάνω για το καλό της κόρης μου. Είμαι ο πατέρας της Νίκης και στρέφοντας το κεφάλι του προς την κόρη του συνέχισε... «Επειδή είναι ώρα που το γραφείο κλείνει αν ήθελες να συνεχίσουμε στο διπλανό ταβερνάκι. Εκεί θα έχουμε όλο τον χρόνο δικό μας να μιλήσουμε με την ησυχία μας.» Στο διάστημα αυτό η κόρη του παρακολουθούσε παρακλητικά και ευχάριστα. Σκέφτηκα να δώσω αμέσως αρνητική απάντηση, όμως είχαν τόση ευγένεια τα λόγια του που με αφόπλισαν. Δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Το ταβερνάκι απλό. Η παρέα πολύ φιλική. Παρόλο αυτά όμως αισθανόμουν αμήχανα. Όμως ο κ.Πέτρος δεν άφησε πολύ αυτό το παράξενο κλίμα.

–Γιώργο, άρχισε να μιλάει μ’ αυτό τον καλοσυνάτο τόνο, μίλησέ μας για σένα, πώς ήταν η ζωή σου στο στρατό; Επειδή υπηρέτησα στην Κορέα είχα κάτι διαφορετικό να πω. Άκουγαν με ενδιαφέρον. Όμως ο κ.Πέτρος σε μια στιγμή με διέκοψε και άρχισε να μου λέει κάτι που φανταζόμουν. «Γιώργο το απόγευμα εκείνο που πήγες στο γραφείο η κόρη μου ζήτησε να με δει ιδιαιτέρως. Το κάνει αυτό γιατί εκτός από πατέρας της είμαι έμπιστος φίλος της. Έτσι πολλές φορές αισθάνεται την ανάγκη να ξεδιπλώσει την καρδιά της σε μένα. Την άκουσα όπως πάντα με ενδιαφέρον.

- Πατέρα, μου λέει, σήμερα εκτός των άλλων ήρθε και ένας νέος να βγάλει εισιτήριο για κάποια πόλη της Αμερικής. Και άλλες φορές, Γιώργο, μου έχει εκμυστηρευτεί κάτι παρόμοιο, όμως εκείνο ήταν κάτι νεανικό και φευγαλέο όπως συμβαίνει σε όλα τα νιάτα. Όμως τούτη την φορά είναι κάτι το δυνατό που οδηγεί στο γάμο. Δεν ξέρω παιδί μου ποια θα είναι η δική σου απόφαση.»

Η Νίκη που παρακολουθούσε σιωπηλή δεν μπορούσε να κρύψει την μεγάλη της αγωνία.

-Και εγώ κύριε Πέτρο από την πρώτη στιγμή συμμερίστηκα τα αισθήματα της κόρης σας. Θα ήθελα το όνειρο που ζω από προχθές να γίνει πραγματικότητα. Όμως ο δρόμος του γάμου για μένα είναι κλειστός. Έχω 4 αδερφές να βοηθήσω να παντρευτούν. Έτσι ο γάμος μου, που αυτή την στιγμή φαίνεται ανθόσπαρτος ό,τι και να γίνει εκ μέρους σας, στο μέλλον θα δημιουργήσει προβλήματα και αδιέξοδα στην προσωπική μας ζωή.

-Σε συγχαίρω παιδί μου γι αυτόν τον όμορφο ψυχικό κόσμο που κρύβεις μέσα σου. Σου εύχομαι από καρδιάς να ευτυχίσεις όπου και αν πας. Και η Νίκη με σπασμένη φωνή: Γιώργο καλή τύχη και από μένα.

Με κόπο μπόρεσα να προσθέσω: «Ας μείνει αυτή η βραδιά μια όμορφη ανάμνηση». Και αποχώρησα φανερά θλιμμένα.

Όλα πια είχαν γίνει παρελθόν. Ωστόσο η ευχή της βγήκε αληθινή. Αγωνίστηκα στην ζωή μου και με την βοήθεια του Θεού βοήθησα το σπίτι μου και τον εαυτό μου. Ένιωσα στιγμές ευτυχίας αφού η υπέροχη γυναίκα μου, μου γέμισε την καρδιά και μου χάρισε τρία χαριτωμένα παιδιά.

Έτσι έκλεισε την όμορφη ιστορία ο Γιώργος και χωριστήκαμε όλοι οι φίλοι κουβαλώντας πολλοί από μας μια παρόμοια ιστορία στην ζωή μας
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Για την επέτειο του ΟΧΙ

Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα και συγγραφέας Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου

 Αναφερόμαστε σε εκείνη την εποχή που η Πατρίδα μας βρισκόταν στην δίνη του πολέμου. Και είχε μεταβληθεί σ’ ένα στρατόπεδο προσευχής. «Ένας λαός γονυκλινής προσεύχεται κι ένας στρατός προχωρεί» έγραφε ο Τίμος Μωραϊτίδης στην εφημερίδα Έθνος (21-11-1940). Και ο Άγγελος Τερζάκης κάπου αλλού αναφέρει: ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μια γυναίκεια μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, ελαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζαν. Ήταν η Μάνα. Η λαβωμένη της Τήνου. Η Υπέρμαχος Στρατηγός. Έτσι έπαιρναν δύναμη και κατόρθωναν τα ακατόρθωτα.

 Στην συστράτευση λοιπόν αυτή της προσευχής της Ελλάδας από κοντά και το χωριό μας και η γειτονιά μας... Κάθε βράδυ μικροί και μεγάλοι έβγαιναν στο σκοτάδι και με το φως της καρδιάς, την ελπίδα, έφταναν στην αγκαλιά της εκκλησίας του Αϊ -Βλάση. Εκεί γονατιστοί πάνω σε κουρελού με το λιγοστό φως των καντηλιών παρακαλούσαν ολόθερμα την Παναγία : « Πάντων προστατεύεις Αγαθή…», « Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι…», «το Κύριε ελέησον». Τα έψαλλαν σαν τα πουλιά τα μικρά παιδιά. Στην συνέχεια γκουπ γκουπ τα κεφαλάκια τους πάνω στην κουρελού έκαναν τις δικές τους μετάνοιες. Ώρες θεϊκής εξάρσεως και ψυχικής ανατάσεως.

Θα έλεγε κανείς πως απ’ όλη την Ελλάδα εκείνοι οι λυγμοί της προσευχής και της παιδικής κραυγής μαζί με το λιβανωτό ανέβαιναν ψιλά και έφταναν στης Παναγιάς την καρδιά. Και Εκείνη θλιβόταν και έλιωνε από τον πόνο και την αδικία και παρακαλούσε και ζητούσε από τον Κύριο και Θεό της το θαύμα. Και ο Χριστός της το έδωσε και Εκείνη μας το χάρισε.

Και το χαρήκαμε και το ζήσαμε οι Έλληνες έντονα για πολλά χρόνια.

Όμως σιγά σιγά και από διάφορες αιτίες με τον καιρό ξεθώριασε εκείνος ο ενθουσιασμός και ξέφτισε η ευγνωμοσύνη στην Παναγία και τους ήρωες. Έτσι κάθε χρόνο αυτό που γιορτάζουμε φαίνεται όλο και πιο μακρινό, για πολλούς από τους Έλληνες. Πολλοί αδιαφορούν ακόμη να στολίσουν τα σπίτια τους εκείνη την ημέρα της εθνικής μας γιορτής με την γαλανόλευκη που πάντα έφερνε ρίγη συγκινήσεως και δάκρυα στα μάτια.

Έτσι αισθανόμαστε ανάμεικτα αισθήματα υπερηφάνειας για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν τότε αλλά και κάποια απογοήτευση για την σημερινή κατάσταση.

Μακάρι να γυρνούσαμε για λίγο στα παλιά και να αφουγκραζόμασταν την ψυχή των πατέρων και των παππούδων μας. Τότε ίσως γιορτάζαμε τις εθνικές μας γιορτές περισσότερο ελληνικά όπως τους αξίζει και έχουμε ιερή υποχρέωση. Μακάρι.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2019

Το άνοιγμα των σχολείων ζωντανεύει μνήμες που δεν λένε να σβήσουν

Και μένουν ολοζώντανες στις καρδιές και ας έχουν περάσει χρόνια και χρόνια. Και θυμίζουν εκείνη την εποχή, εκείνο το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς .

 Και ήταν αρχή της σχολικής χρονιάς τότε σαράντα παιδιά αγόρια και κορίτσια γεμάτα ζωντάνια παρόλη την φτώχια, με ξέχειλη την καρδιά από χαρά παρόλη την δυστυχία του πολέμου και την κόλαση του εμφυλίου που κουβαλούσαν ακόμη μέσα τους , άνοιξαν διάπλατα την πόρτα του σχολείου και της καρδιάς τους για να δεχθούν την καινούργια τους δασκάλα.

Και ήταν και εκείνη κοντά στην ηλικία με τα παιδιά. Με δυο λαμπερά μάτια γεμάτα αγάπη και προσφορά. Και το γλυκό της χαμόγελο αγκάλιαζε μεγάλους και παιδιά. Και θα γινόταν από κείνη την ημέρα και για πάντα ένας άνθρωπος απ’ αυτούς. Μα προπάντων ένας άνθρωπος γι’ αυτούς. Ένας άνθρωπος που έπρεπε να παλέψει για να τους μεταδώσει μαζί με τις γνώσεις της σαν δασκάλα προ πάντων να τους χαρίσει Χριστό και Ελλάδα. Πίστη στο Θεό και ελπίδα στην ζωή τους.

Και χρειάζονταν μεγάλος αγώνας για την αγωγή αυτή των μαθητών. Αλλά να βοηθήσει και γενικότερα τον κουρασμένο ψυχικά άνθρωπο του χωριού. Ευτυχώς είχε αποκτήσει τ’ απαιτούμενα προσόντα και τα διέθετε απλόχερα όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Ήταν σοβαρή και μεγάλη. Και άλλοτε μικρή και έπαιζε, τραγουδούσε, γελούσε, χόρευε με τα παιδιά. Μοιράζονταν μαζί τους , τους χαρές και τις λύπες τους. Ήταν χαρούμενη στις επισκέψεις στα σπίτια, στις εκδρομές, στις εορτές, στα πανηγύρια του χωριού.

Ακριβή ήταν τ’ όνομά της.

Και όσα χρόνια και αν περάσουν μένει ανεξίτηλα χαραγμένη η μορφή της στις καρδιές των παιδιών της για να μιλά και να θυμίζει στις γενιές τις επόμενες πόση δροσιά και δύναμη κρύβει η καρδιά του Έλληνα δασκάλου.

Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

Χρηματοδοτείται με 150.000 ευρώ η επισκευή του σχολείου μας

Η άοκνη προσπάθεια του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού μας για την επισκευή του σχολείου μας  φαίνεται ότι βαδίζει προς την ολοκλήρωση της.

Με απόφαση της Περιφέρειας Πελοποννήσου την οποία μπορείτε να δείτε εδώ  ποσό ύψους 150.000 ευρώ περίπου θα χρηματοδοτήσει το έργο της επισκεύης του σχολείου μας.

Στις επόμενες μέρες αναμένεται να προχωρήσουν  οι γραφειοκρατικές διαδικασίες με την υποβολή των απαραίτητων δικαιολογητικών ώστε να υπογραφεί και η  σχετική σύμβαση.

Ένα μεγάλο μπράβο στον Πρόεδρο του Συλλόγου μας Γιάννη Παναγιωτούρο και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για την σπουδαία αυτή επιτυχία που ανοίγει  διάπλατα τον δρόμο για την ολοκλήρωση των εργασιών και την μετατροπή του σχολείου μας σε χώρο πολιτισμού.









Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

Στις 15 Σεπτεμβρίου το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο για την Αγγελική Λογοθέτη

Ενημερωθήκαμε από την οικογένεια της Αγγελικής Λογοθέτη ότι το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο στη μνήμη της θα τελεστεί την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019 στις 9:30 π.μ στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Κοκκώνι Κορινθίας.

 Τα παιδιά και τα εγγόνια της αγαπημένης μας κυρα Αγγελικώς καλούν συγγενείς και φίλους στο μνημόσυνο για να ανάψουν ένα κερί και να προσευχηθούν για την ανάπαυση της ψυχής του.



Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019

Έφυγε η Αγγελική Λογοθέτη

Έσβησε σήμερα ήρεμα και απλά, πλήρης ημερών, σε ηλικία 94 ετών η Αγγελική Λογοθέτη.

 Η κυρα Αγγελικώ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ωριά, στις αρχές της δεκαετίες του 60 παντρεύτηκε τον Βασίλη Π. Λογοθέτη και έστησαν το δικό τους σπιτικό στο Καράτουλα. Από τον γάμο τους το ζευγάρι ευτύχησε να αποκτήσει δύο παιδιά,την Έφη και τον Τάκη και δύο εγγόνια, τον Βασίλη και την Κωνσταντίνα.

 Το 1975 η κυρα Αγγελικώ έχασε τον σύζυγό της, έμεινε χήρα και η οικογένεια μετακόμισε στο Κοκκώνι Κορινθίας. Μάνα και πατέρας μαζί δούλεψε σκληρα φροντίζοντας να μην λείψει τίποτα από τα παιδιά της ενώ παράλληκα φροντίζοντας την αγωγή τους τους μετέφερε το ήθος, την καλοσύνη, την εργατικότητα και όλες εκείνες τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες πορεύτηκε σε όλη τη ζωή της.

 Την Τρίτη 13 Αυγούστου 2019 ώρα 5:30 μ.μ συγγενείς και φίλοι θα ποϋμε το ύστατο χαίρε απ τον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καράτουλα και θα ευχηθούμε στα παιδιά και στα εγγόνια της κυρα Αγγελικώς να ζήσουν, να την θυμούνται με αγάπη και ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της.



Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

Καρατουλιάνικο Αντάμωμα 2019 - Σάββατο 17 Αυγούστου

Στην Γενική Συνέλευση του Πολιτιστικού μας Συλλόγου " Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ" μεταξύ άλλων συζητήθηκαν και οι λεπτομέρειες της διοργάνωσης του ετήσιου καρατουλιάνικου ανταμώματος που έχει καθιερωθεί να γίνεται κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου.

 Για την καλύτερη οργάνωση του ανταμώματος το Δ.Σ του συλλόγου μας παρακαλεί τους συμπατριώτες που προγραμματίζουν να παρεβρεθούν στο φετινό αντάμωμα που θα γίνει το Σάββατο το βράδυ της 17ης Αυγούστου 2019 στην πλατεία του χωριού μας, να επικοινωνήσουν με τα παρακάτω μέλη του συλλόγου:

Γιάννης Γ. Παναγιωτούρος : 6974555325
Γιάννης Π. Μαρινάκος : 6944261304
Γιώργος Κ. Λυμπέρης : 698 898 3182
Διαβάστε περισσότερα...

Ένα δάκρυ για τον Βασιλάκη...

Για όλους εμάς στο χωριό ήταν ο Βασιλάκης... Βασιλάκη τον λέγαμε και ας ήταν μεγάλος πια και για τον Βασιλάκη μείναμε σιωπηλοί όταν πληροφορηθήκαμε σήμερα το μεσημέρι την δυσάρεστη είδηση.

 Ο λόγος για τον καλοκάγαθο συμπατριώτη μας Βασίλη Ι. Κωνσταντέλλο ο οποίος άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Αθήνας σε ηλικία 67 ετών.

 Πάντα ευγενής, χαμογελαστός, καλοσυνάτος και πρόσχαρος ο Βασίλης 0αντιμετώπιζε στωικά από τα νεανικά του χρόνια κάποιες κινητικές δυσλειτουργίες και τα τελευταία χρόνια αρκετά προβλήματα υγείας. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να έρχεται τα καλοκαίρια στο χωριό, συνοδευόμενος πάντα απο τον αδερφό του Δημήτρη , που τον αγαπούσε και τον πρόσεχε ιδιαίτερα και να συμμετέχει ενεργά σε όλα τα κοινωνικά δρώμενα του Καράτουλα, στις γιορτές και στα πανηγύρια μας.

 Την Τρίτη 13 Αυγούστου 2019 στις 11:00 π.μ συγγενείς, συγχωριανοί και φίλοι θα πούμε το τελευταίο αντίο στον Βασίλη από τον ιερό ναό Τιμίου Προδρόμου Καράτουλα.

 Εφράζοντας τα συλλυπητήρια μας στα αδέρφια και στην οικογένεια του, ως ελάχιστο αντιστάθμισμα στη μνήμη του, δημοσιεύουμε μερικές φωτογραφίες από όμορφες στιγμές του Βασίλη σε καρατουλιάνικα γλέντια και ανταμώματα.








Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΤΗΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ¨Πολιτιστικού Συλλόγου Καράτουλα Κυνουρίας «Άγιος Ιωάννης»¨, σύμφωνα με το καταστατικό του, προσκαλεί τα μέλη του να παρευρεθούν στην Γενική Συνέλευση που θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία του στην Πλατεία ¨Γιωργούλας¨ του χωριού μας στις 11/8/2019 ημέρα Κυριακή και ώρα 19:30.

Θέματα ημερήσιας διάταξης:

Θέμα 1ο: Ενημέρωση για την πορεία εκτέλεσης των εργασιών στο ανενεργό Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας που έχει παραχωρηθεί στο Σύλλογό μας, στο πλαίσιο της επισκευής – αποκατάστασης και αλλαγής χρήσης του σε Πολιτιστικό Κέντρο.

 Θέμα 2ο: Απολογισμός Πεπραγμένων και Οικονομικός Απολογισμός για το χρονικό διάστημα από 12/8/2018 έως 11-8-2019.

Θέμα 3ο: Προγραμματισμός δράσεων για το χρονικό διάστημα από 12/8/2019 έως 8-2020.

 Θέμα 4ο: Απαλλαγή των μελών του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου από κάθε ευθύνη, για την περίοδο 13-8-2017 έως 11-8-2019.

Θέμα 5ο: Εκλογή Εφορευτικής Επιτροπής.

Θέμα 6ο: Εκλογές για την ανάδειξη μελών του νέου Διοικητικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

Καλούμε από όλα τα μέλη – συμπατριώτες μας και ιδιαίτερα από τους νέους, να συμβάλουν στη λειτουργία του Συλλόγου μας με την υποβολή υποψηφιότητας στις αρχαιρεσίες. Για όποια πληροφορία τηλεφωνείστε στα μέλη του Δ.Σ.

 Με πατριωτικούς χαιρετισμούς
 Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου

 Ιωάννης Γ. Παναγιωτούρος
 Δημήτριος Ν. Κωνσταντέλλος
 Ιωάννης Π. Μαρινάκος
 Γεώργιος Κ. Λυμπέρης
 Δήμητρα Αθ. Λογοθέτη
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Βίον ανθόσπαρτον για τον Γιάννη και την Ισμήνη

Τα σκαλιά της εκκλησίας, για το Μυστήριο του Γάμου ανέβηκαν ο  Γιάννης Κουτσιούμπης από την Ωριά και η συμπατριώτισσά μας Ισμήνη Μαρινάκου και από το απόγευμα του Σαββάτου, 13 Ιουλίου, είναι σε κοινή πορεία ζωής με τις ευλογίες της εκκλησίας μας.

Το μυστήριο έγινε σε μια από τις ωραιότερες εκκλησίες της Αρκαδίας, την Παναγία την Επισκοπή Τεγέας,  παρουσία εκατοντάδων συγγενών και φίλων των οικογενειών του γαμπρού και της νύφης και ακολούθησε η γαμήλια δεξίωση σε πολυτελή αίθουσα δεξιώσεων της Τρίπολης με γλέντι και χορό που κράτησε ως τις πρωινές ώρες.

Τρεις μέρες πριν την γαμήλια τελετή οι γονείς της νύφης, η Γλυκερία και ο Γιάννης Μαρινάκος, αναβιώνοντας το παραδοσιακό έθιμο της περιοχής μας οργάνωσαν τρικούβερτο γλέντι στο Καράτουλα για τους συγγενείς και φίλους της οικογένειάς τους. (φωτογραφίες από το γλέντι στο τέλος της αναρτησης)

Τις ολόθερμες ευχές μας στον Γιάννη και την Ισμήνη για υγεία, ευτυχία και μακροημέρευση.















-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------














Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Οι κάλπες στο Καστρί...

Δημοσιεύουμε επιστολή της τακτικής αρθρογράφοου του ιστολογίου μας κ. Αρετής Καβάσαλη Αναστοπούλου σχετικά με τα αποτελέσματα των Δημοτικών Εκλογών στο Καστρί, επισημαίνοντας ότι οι σκέψεις της κ. Αρετής είναι προσωπικές. Με χαρά θα φιλοξενήσουμε άρθρα, επιστολές, απόψεις και σχόλια οποιουδήποτε άλλου συμπατριώτη μας  για θέματα που... αφορούν τις τοπικές δημοτικές εκλογές και εν γένει θέματα που σχετίζονται με τα Καστριτοχώρια μας...

Επιστολές, κείμενα, απόψεις, σχόλια, φωτογραφίες ή ό,τι άλλο κρίνεται ότι έχει ενδιαφέρον για δημοσίευση μπορείτε να τα στέλνετε στo mail: logothetis63@sch.gr





Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Μνήμες που ζουν για να θυμίζουν και να προβληματίζουν..... Ο Νίκος, η Ρένα και το τριαντάφυλλο

Η φωτογραφία είναι από την ταινία "ΝΥΦΕΣ"
του Παντελή Βούλγαρη
Οι αληθινές ιστορίες που θα διαβάσετε στην συνέχεια είναι φυλαγμένες στα καστρίτικα βιβλία της κ. Αρετής Καβάσαλη. Είναι δε βγαλμένες από τον ανθόκηπο της καρδιάς των νέων εκείνης της μακρινής εποχής που τους στεφάνωσε με τα ολόδροσα της δάφνης τα κλαδιά. Στην συνέχεια όμως η φωτιά του εμφυλίου τους τσουρούφλισε της ζωής τους τα πολύτιμα φτερά. Για να ποτιστούν στο τέλος με το φαρμάκι της ξενιτιάς το δάκρυ. Πώς άντεξαν σ’ όλα αυτά εκείνα τα εκλεκτά παιδιά; Μάλιστα παρουσίασαν μια αξιοζήλευτη ψυχική ομορφιά που θαμπώνει την χορτάτη από υλικά αγαθά νέα γενιά. Την πεινασμένη όμως από αθάνατες αξίες και ιδανικά. Τα αλτρουιστικά τους αισθήματα και η θυσιαστική τους ζωή χάριν του «ΕΜΕΙΣ». Το μεγαλείο αυτό της ψυχής δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Γι αυτό όσα χρόνια κι αν περάσουν οι ιστορίες αυτές ποτέ δεν θα γεράσουν αλλά θα ζουν για να διδάσκουν.  

------------------------------------------------------------------------------------------------

 Ο Νίκος η  Ρένα και το τριαντάφυλλο 

Η Ρένα ήταν το δεύτερο παιδί από τα έξι της οικογένειάς της και ίσως το καλύτερο. Είχε μέσα της η Ρένα το πνεύμα της υποταγής, της υπομονής και της προσφοράς που της χάριζαν μια ξεχωριστή ομορφιά στο ήδη όμορφο προσωπάκι της.

Η οικογένειά της άνηκε σε κείνες τις σπάνιες μητριαρχικές. Η μητέρα λοιπόν είχε το γενικό πρόσταγμα. Ο πατέρας τον περισσότερο καιρό περιφέρετο στα γύρω χωριά με ένα σφυρί και ένα μυστρί, προσπαθώντας να εξοικονομήσει τα απολύτως απαραίτητα. Αντίθετα η γυναίκα του ποτέ ή πολύ σπάνια έβγαινε από το σπίτι για δουλειά. Είχε κρατήσει για τον εαυτό της το υπουργείο οικονομικών και δημοσίων σχέσεων. Τις υπόλοιπες αρμοδιότητες είχε ακουμπήσει στους αδύναμους ώμους της μεγαλύτερης κόρης της Ρένας πριν ακόμη συμπληρώσει τα 16 της χρόνια. Όχι πως δεν την αγαπούσε αλλά θεωρούσε πως τα παιδιά και κυρίως τα κορίτσια ήταν υποχρεωμένα να βοηθούν την οικογένεια με κάθε τρόπο.

Αυτό το μήνυμα το είχε πάρει η Ρένα και θεωρούσε δεδομένο ότι έπρεπε να δώσει ολόκληρο τον εαυτό της στο κοινό καλό, αντικαθιστώντας και την μητέρα ακόμη αδιαμαρτύρητα. Άλλες εποχές τότε. Όμως αυτή η χρυσή καρδιά της αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της και στην παρουσία της. Ήταν ένα χαριτωμένο κορίτσι και καθώς μεγάλωνε γινόταν αγαπητό σε μικρούς και μεγάλους. Αυτό το ένιωθε η Ρένα. Όμως κάπου στεκόταν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στο Νίκο έδωσε το κλειδί της καρδιάς της. Ο Νίκος ήταν λίγο μεγαλύτερος από αυτή. Όμορφος με ύφος αρρενωπό. Σωστός λεβέντης. Ίσως τον έκανε πιο συμπαθητικό η ευαίσθητη και ρομαντική καρδιά του. Στον περίπατο προς την γέφυρα ανάμεσα στην νεανική κοσμοπλημμύρα τα μάτια του Νίκου έψαχναν επίμονα για τα όμορφα της Ρένας. Η στιγμιαία συνάντηση έλεγε τόσα πολλά. Ήταν χίλιες λέξεις αγάπης και αφοσίωσης. Και η βόλτα συνεχίζονταν σαν πρώτα και μετά. Πάντα υπάρχει το προσωπικό κομμάτι της καρδιάς και της ζωής για τον καθένα. Αυτό κράτησε ένα καλοκαίρι περίπου. Ήρθε το φθινόπωρο και η Ρένα κατέβηκε οικογενειακώς στο Κάτω Χωριό, όπως όλοι οι διπλοκάτοικοι. Ήρθε ό επόμενος Απρίλης και η Ρένα 23 ετών τότε, ανέβηκε στο χωριό για να καλλιεργήσει τα περιβόλια. Η οικογένεια συνήθιζε να ανεβαίνει τα καλοκαίρια στο Καστρί. Ο Νίκος κρατώντας ένα τριαντάφυλλο κόκκινο κάπου κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρέθηκε αντιμέτωπος με την Ρένα. Της δίνει το τριαντάφυλλο και ακούγεται να λέει σιγανά. «Ρένα μου σου χαρίζω αυτό το τριαντάφυλλο. Το χρώμα του δείχνει το αίσθημά μου για σένα και το άρωμά του τις προθέσεις μου.» Δύο κόκκινα τριαντάφυλλα έγιναν τα μάγουλά της και βρέθηκε ένα βήμα πίσω. «Ρένα» ακούστηκε να της λέει ο Νίκος «Το τριαντάφυλλο αυτό το έκοψα από την καρδιά μου στην οποία έχω τοποθετήσει και εσένα. Πως μπορώ λοιπόν να το τσαλακώσω; Μη φοβάσαι , μόνο άκου. Σε έχω διαλέξει από το περιβόλι της ζωής σαν το πιο όμορφο λουλούδι.» Η Ρένα εν τω μεταξύ έγινε κάπως σκυθρωπή. «Λυπάμαι» ακούστηκε να της λέει εκείνος. «Έκανα λάθος νόμιζα ότι και εσύ αισθανόσουν το ίδιο.» «Όχι Νίκο» τον διέκοψε η Ρένα, «Ό,τι και να πεις είναι και δικά μου λόγια γιατί και εγώ το ίδιο νιώθω.» Και συνέχισε με λιγότερο δισταγμό. «Μα φοβάμαι την μητέρα μου. Δεν την ξέρεις εσύ καλά αυτή. Είναι πολύ καλή στην αριθμητική . πάντα γι αυτήν, ένα και ένα κάνουν δύο. Όλα είναι απλά, όλα είναι ίδια, όλα περνούν απ΄ το στομάχι. Η καρδιά δεν έχει θέση, δεν έχει φτερά. Αν της μιλήσω για την αγάπη μας δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Άλλωστε δεν θέλει να με χάσει γιατί θα χάσει και τον πολύτιμο βοηθό της.» «Υπάρχει και άλλη λύση» είπε σιγανά αλλά τα λόγια του είχαν δύναμη και αποφασιστικότητα. «Ρένα μου είμαι δυνατός και ικανός να σε ζήσω. Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε.» «Αυτό που ζητάς Νίκο μου πολύ θα το ήθελα αλλά δεν το μπορώ. Είναι πάνω απ΄ τις δυνάμεις μου το ξέρεις.» «Ρένα μου δεν είσαι μόνο δειλή αλλά και αφοσιωμένο στην οικογένεια σου κορίτσι . Όμως μην απελπιζόμαστε, θα προσπαθήσω να την πείσω εγώ. Ίσως την λυγίσει η μεγάλη μας αγάπη.»

Είχε περάσει αρκετά η ώρα και η Ρένα έπρεπε να φύγει. Κατά καλή της τύχη δεν έτυχε να περάσει και δεν τους είδε μάτι. Έδωσαν τα χέρια. Ο Νίκος της τα έσφιξε με τρυφερότητα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο συμβόλαιο αγάπης.

Η Ρένα κρατώντας το τριαντάφυλλο, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της ψάχνοντας να βρει κάποια δικαιολογία για την αργοπορία της στην μητέρα της. Τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που πλημμύριζαν την καρδιά της δεν την άφηναν να νιώσει χαρούμενη, γιατί σκεπάζονταν από το μαύρο σύννεφο της μάνας της. Φτάνοντας έκρυψε κάπου το τριαντάφυλλο, άλλωστε δεν υπήρχε φόβος υποψίας από αυτό.

Δικαιολογήθηκε ότι στον δρόμο την φίλη της Γεωργία και έτσι ξαφνικά όλα ήταν όπως πάντα. Επιτέλους όμως η Ρένα είχε ένα κομμάτι του εαυτού της κατάδικό της, ένας ψυχικός χώρος που μόνο αυτή έμπαινε σε αυτόν. Φυσικά η παραμονή της εκεί δεν ήταν πάντα ευχάριστη, όπως αυτόν τον καιρό. Φώλιαζε η αγωνία πολλές φορές όχι φυσικά από τον Νίκο αφού και εκείνος την ίδια ακριβώς αβεβαιότητα αισθάνονταν που προέρχονταν από τον ίδιο σημαντικό της ζωής το γεγονός.

Έτσι κάπως πέρασε το καλοκαίρι εκείνο και ήρθε το φθινόπωρο, φέρνοντας γρήγορα τις βρο χές και τις ομίχλες του. Εκείνο τον καιρό η Ρένα ήταν στο Κάτω Χωριό με τα αδέλφια της , αντικαθιστώντας την μητέρα της η οποία περίμενε στο Καστρί να γυρίσει ο άντρας της από την δουλειά στα γύρω χωριά και να κατέβουν μαζί, αφού η εποχή εκείνη σημάδευε και το τέλος της δουλειάς στα ορεινά.

Ο Νίκος ένα βράδυ μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις βρέθηκε στο σπίτι της Ρένας. Η μάνα της κάτι είχε υποψιαστεί αλλά δεν το κουβέντιαζε ούτε με τον εαυτό της ούτε με το παιδί της. Για την Ρένα είχε διαλέξει ένα δρόμο ανώδυνο για αυτή χωρίς προίκες κλπ και με προοπτική για την υπόλοιπη οικογένεια. Ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς που τότε, γύρω στο 1948, είχε αρχίσει σιγά σιγά να ανοίγει. Πίστευε πως το παιδί της θα πήγαινε εκεί που θα ζούσε βασιλικά και η ίδια θα δεχόταν δολάρια. Πίστευε ότι στην Αμερική κυλούσε πακτωλός χρημάτων και κάποιο ρυάκι ευμάρειας θα έφτανε και στο σπίτι της κόρης της. Επομένως ούτε κουβέντα για γάμο στο χωριό. Με αυτές τις σκέψεις έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα στον επισκέπτη.

Γρήγορα ο Νίκος πήρε την αρνητική απάντηση και με άδεια την καρδιά έφυγε. Γι αυτόν ήταν το πιο οδυνηρό βράδυ της ζωής του. Κάτι που δεν μπόρεσε να συγχωρέσει στην μάνα της Ρένας ήταν τούτο: Πώς μπόρεσε να προχωρήσει τόσο στην ζωή της κόρης της και την οποία πόσο άσπλαχνα ποδοπάτησε; Πώς είχε την δύναμη σαν μάνα να αποφασίσει πριν από το παιδί της, για το παιδί της, το σπλάχνο της; Καλά ούτε μια κουβέντα γα το πιο μεγάλο γεγονός της ζωής της; Πώς το μπόρεσε; «Αχ καημένη Ρένα σε πόσο άπονο δρόμο σε οδηγεί η ζωή. Και να μην μπορώ να σε βοηθήσω και ας σε αγαπάω τόσο. Πόσο άσχημα παιχνίδια παίζει η ζωή αλήθεια! Πόσο δίκιο είχες. Τώρα καταλαβαίνω τους φόβους σου για την μάνα σου.» Αυτά έλεγε και ξανάλεγε καθώς τα βλέφαρά του δεν έλεγαν σφαλίσουν εκείνο το βράδυ. Και η κυρά-Μαριγώ χαιρόταν, γιατί τόσο γρήγορα και εύκολα ξεμπέρδεψε από αυτόν τον ανεπιθύμητο και ενοχλητικό γαμπρό. Και έτσι πέρασε ο καιρός και κατέβηκε στο Κάτω Χωριό αφήνοντας την κόρη της στην αβεβαιότητα και τις ευθύνες που της είχε φορτώσει. Και η μία μέρα έδινε την θέση της στην επόμενη. Και ο καιρός κυλάει κουβαλώντας τις όποιες μικροχαρές και πίκρες στους ανθρώπους.

Είναι απόγευμα Κυριακής του Δεκέμβρη. Όπως και άλλες φορές η Μαριγώ δέχεται την επίσκεψη του ανιψιού της του Γιάννη. Πάνω στην συζήτηση του αναφέρει και την πρόθεσή της να στείλει την Ρένα στην Αμερική για να γλυτώσει από την φτώχεια και την μιζέρια της Ελλάδας. Εκείνος είχε έτοιμο γαμπρό. Το Τέρης , κάποιος μακρινός συγγενής του θα έλυνε το πρόβλημα. Αμέσως άρχισε η επιχείρηση εξασφαλίσεως γαμπρού. Και η Ρένα; Ποιος ρώτησε την Ρένα; «Εγώ παιδί μου» είπε στον ανιψιό της «σαν μάνα θέλω το καλό της. Σε παρακαλώ Γιάννη θα μείνει μεταξύ μας το θέμα αυτό.» Έψαξε, βρήκε μια φωτογραφία της κόρης της και του την έδωσε, με την επιθυμία να την στείλει στον Τέρη. Ο Γιάννης νικώντας τους ενδοιασμούς του, ποιος μπορούσε άλλωστε να τα βάλει με την Μαριγώ, έστειλε την φωτογραφία στον Τέρη και γρήγορα πήρε την καταφατική απάντηση.

Σε όλο αυτό το διάστημα ο Νίκος και η Ρένα ζούσαν μέρες αγωνίας αλλά και η μισοπεθαμένη ελπίδα τους έδινε κουράγιο, μέχρι εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Όλα ήταν συνηθισμένα και απλά. Τίποτα δεν προμήνυε στην Ρένα το ψυχικό αστροπελέκι που ερχόταν. «Ρένα» άρχισε να της λέει απλά σαν αν ήθελε να της χαρίσει ένα φόρεμα, «ξέρεις παιδί μου σε αρραβώνιασα» «Τί λες μάνα μήπως στον Νίκο;» «Τί να το κάνω παιδί μου εκείνο το φτωχόπαιδο! Δεν λέω είναι λεβέντης και καλός. Μα πώς θα σε ζήσει. Και με τι προίκα να σε παντρέψω; Ενώ ο Τέρης στην Αμερική θα σε κάνει βασίλισσα.» Η απάντηση της Ρένας ήταν ένα βουβό κλάμα. Δεν είπε τίποτα. Τί να πει σε μια μάνα που δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς της. Για αυτήν η καρδιά της ήταν ξέφραγο αμπέλι και όποιος και να έμπαινε μέσα ήταν το ίδιο. Ίσως πίστευε πως δεν υπήρχε καν καρδιά σε εκείνο το δροσερό λουλούδι. Άλλες εποχές τότε όχι φυσικά για όλους τους γονείς.

Πολύ πικρή για την Ρένα εκείνη την νύχτα. Την επόμενη έπρεπε να φορέσει το χαμογελαστό και χαρούμενο πρόσωπο της αρραβωνιασμένης με το ευτυχισμένο χαμόγελο. Τι υποκρισία Θεέ μου!! Ο Νίκος βέβαια δεν άργησε να το μάθει αν και ήταν βέβαιος για αυτό. Όμως άλλο να περιμένει και άλλο να ζει, το ξερίζωμα του ωραιότερου κομματιού της ζωής από την ψυχή του.

1948 Απρίλιος. Η αρραβωνιασμένη Ρένα βρίσκεται πάλι στο Καστρί. Έπρεπε να φροντίσει τα περιβόλια για τελευταία φορά. Όλα είναι έτοιμα για το ταξίδι στο Σεπτέμβριο. Στο ίδιο σημείο κάτω από την εκκλησία, πάλι εμπρός της ο Νίκος κρατώντας πάλι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν βαθιά θλιμμένος. Η Ρένα στο αντίκρισμά του πάγωσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο ωχρό προσωπάκι της… «Ρένα» άκουσε τον Νίκο να της λέει. «Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου. Η μάνα σου φταίει που πήρε στα χέρια της την καρδιά σου και την τσαλάκωσε. Όμως και η δική μου αληθινά σου λέω πως κομματιάστηκε. Πάρε αυτό το τριαντάφυλλο. Να ξέρεις , όπως αυτό θα μαραθεί, έτσι και ο Νίκος γρήγορα θα χάσει την δροσιά της νιότης. Να με θυμάσαι όπου πας. Δεν έχω δικαίωμα να σου ζητήσω τίποτα αφού τώρα πια ανήκεις σε άλλον.» Κάνοντας μια απότομη κίνηση έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω μια εξουθενωμένη Ρένα. Εκείνη την στιγμή θα προτιμούσε να πεθάνει.

Ο Νίκος το είπε και το έκανε. Υπηρετούσε στην εθνική φρουρά. Ζήτησε μετάθεση και έφυγε. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου θέλησε και βρέθηκε στην μάχη. Εκεί, χωρίς προφύλαξη, βρήκε στο θάνατο την λύτρωση. Σαν κεραυνός έπεσε στις καρδιές όλων των συγχωριανών ο απίστευτος χαμός του παλικαριού. Ένας σεισμός οδύνης τους μάζεψε όλους κοντά του. Όλοι τους έδωσαν ένα θλιμμένο παρόν. Προηγείτο ο μεγάλος ήρωας αγκαλιασμένος από την γαλανόλευκη. Ακολούθησαν οι ιερείς και ανάμεσά τους ο επίσκοπος. Στην συνέχεια οι επίσημοι, μαζί με τον εκπαιδευτικό κόσμο, τους μαθητές και όλους τους κατοίκους βουρκωμένους και συγκλονισμένους.

Ίσως στο χωριό να μην είχε γίνει μια τόσο επιβλητική κηδεία. Θα την λέγαμε κηδεία ήρωα αφού ήταν παλικάρι και πολέμησε σαν ήρωας. Το μοιρολόι της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν από την τοπική φιλαρμονική έκαναν τον συννεφιασμένο ουρανό να θέλει να κλάψει. Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής επίσημοι και μη που ακολουθούσαν, έψαχναν μέσα στην ομίχλη να δουν για μια ακόμη φορά τον Νίκο το παλικάρι. Στην κατάθεση που δάφνινου στεφανιού ακούστηκαν τα ίδια λόγια που είχαν λεχθεί πριν από χρόνια για τον μεγάλο Μακεδονομάχο Ήρωα τον Παύλο Μελά: «Πάντα χλωρό να βγαίνει το χορτάρι, στον τόπο που σε ξάπλωσε το βόλι, ώ παλικάρι.» και οι καρδιές έγιναν κομμάτια.

Το έμαθε και η Ρένα από κάποια μέσα ενημέρωσης και ζήτησε να μάθει από την μητέρα της λεπτομέρειες. Και εκείνη απάντησε με τον ίδιο κατάδικό της τρόπο. «Τί θέλεις και ρωτάς παιδάκι μου για εκείνον τον Νίκο; Γιατί στεναχωριέσαι; Δεν σε φτάνει που ζεις βασίλισσα; Ακόμη τον θυμάσαι;» Τί τραγική ειρωνεία; Τί αγεφύρωτη επικοινωνία!

Η Ρένα τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, όπως έχει πιο πάνω λεχθεί, έφυγε για την Αμερική. Μετά από ταξίδι 20 ημερών πάνω στο απέραντο ωκεανό σωματικό και ψυχικό ράκος, έφτασε στο λιμάνι που την περίμενε ο άντρας που επρόκειτο να γίνει το ταίρι της: Ο Τέρης. Στάθηκαν και οι 2 αμίλητοι και αμήχανοι αφού ο Τέρης δεν μπορούσε να της πει ούτε καλώς την. Παιδί δεύτερης ελληνικής γενιάς δεν ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Όμως αγαπούσε την Ελλάδα και το είχε τιμή του να παντρευτεί Ελληνίδα.

Η Ρένα έκανε κόμπο την καρδιά της και άφησε την καλοσύνη της να σκεπάσει το σφάλμα της μάνας της. Το ωραιότερο κομμάτι της έμεινε κάπου στο χωριό και την Ελλάδα. Όμως τί έφταιγε ο άνθρωπος που βρέθηκε δίπλα της. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να του προσφέρει διχασμένη την καρδιά της και μισή. Προσπάθησε να την συμμαζέψει για να του την προσφέρει ολόκληρη. Έπειτα το σβηστήρι της ζωής με τις διάφορες δυσκολίες και τον ερχομό των παιδιών απάλυνε και απομάκρυνε τα αισθήματα της νιότης. Όμως, όπως πάντα συμβαίνει, ο άνθρωπος και να θέλει δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνα που του σημάδεψαν την ζωή. Έτσι άθελά της ερχόταν στο μυαλό τη η τρυφερή εκείνη ιστορία με τον Νίκο. Την ιστορία που ήταν ένα τρυφερό παιχνίδι, ένα απαλό χάδι της ψυχής που λίγες καρδιές μπορούν τόσο καρδιακά και πλατωνικά να ζήσουν.

Αύγουστος του 1998. Καθισμένες στην βεράντα του σπιτιού της αδελφής της στο χωριό που φιλοξενούσε την Ρένα μετά από 50 ολόκληρα χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει και να καταλάβει πότε πέρασαν τόσα χρόνια. Χρόνια που έφεραν χιόνια στα μαλλιά και ρυτίδες στα μάγουλα. Κλέψανε εκείνη την καλοσυνάτη δροσιά. Όμως το βλέμμα της Ρένας σαν τότε. Και μάλιστα ικανό να μπορεί να ψάχνει ακόμα στα ιδιαίτερα της καρδιάς και να χύνει φως στις λεπτομέρειες εκείνης της δροσερής και δραματικής ιστορίας που τόσο μας είχε όλους συγκινήσει. Τα είπε όλα. Και μια θλιμμένη έκφραση αχνοφάνηκε στο μαραμένο της πρόσωπο. Και πρόσθεσε με την πείρα των χρόνων ή σαν άνθρωπος που έφτανε στην κορυφή της ζωής από όπου όλα είναι τόσο διαφορετικά. «Αυτά έχει η ζωή. Όμως όχι μόνο για μένα αλλά για όλους. Ο καθένας μας γράφει την ιστορία του πάνω στην γη. Αρχίζει από την ανατολή και χωρίς να το καταλάβει φτάνει στην δύση. Όμως θέλω να πω και κάτι άλλο για τους ξενιτεμένους. Μόνο στην πατρίδα ανθίζουν τα λουλούδια και μόνο στο χωριό κελαηδάνε τόσο όμορφα τα πουλιά.» Και έμεινε για πολύ σιωπηλή.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται…
Διαβάστε περισσότερα...