Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστρίτικη Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστρίτικη Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Σε κάποια ανεπανάληπτη εποχή Αναστάση στο Καστρί


(Mε αρκετή καθυστέρηση, αφού έχουν περάσει σαράντα περίπου μέρες από το Πάσχα δημοσιεύουμε σχετικό κείμενο της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου)

Και μόνο στο άκουσμα της λέξεως "Λαμπρή"

αναγαλλιάζει κάθε ανθρώπινη ψυχή 

καθώς προβάλλει από το θάμπος της παιδικής ζωής 

από κάποια απόμακρη αγαπημένη εποχή.

 Νύχτα Αναστάσεως στου Αϊ Νικόλα την εκκλησία

Μυρωμένη με ρόδα, το λιβανοτό την πασχαλιά

Το φως των καντηλιών λιγοστό. Και απόλυτη σιγή.

Και ξαφνικά. "Δεύτε λάβετε Φως" από του παπά Βαγγέλη τη μελλοδική φωνή


Και οι αναμμένες λαμπάδες τα πάντα γύρω λαμπαδιάζουν

Και οι καρδιές γεμίζουν Άγιο Φως. Τα πρόσωπα λάμπουν

Και όλοι μαζί τον παιάνα της Αναστάσεως ψάλλουν

"Χριστός Ανέστη" Οι καμπάνες το αναστάσιμο μήνυμα σκορπίζουν

χαρά και ελπίδα απλόχερα παντού χαρίζουν.


Και τα αηδόνια της εποχής "Χριστός Ανέστη" ψάλλουν 100 φορές πάλι και πάλι

Και ούτε μικρό παιδί ή γέρος δείχνει να κουράζεται

ώσπου ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τη θεόδοτη στο τέλος ευχή 

χύνει βάλσαμο σε κάθε ανθρώπινη ψυχή.


Μετά τη θεσπέσια λειτουργία κοινωνούν όλοι. Μικροί μεγάλοι ευλαβικά 

και ξέχειλοι από του Χριστού την ανεκλάλητη χαρά

Γυρνούν πασίχαροι με το Άγιο Φως στα σπιτικά 

με τον λαμπάδων το ανέσπερο Φως 

κατεβάζουν στη γη τον έναστρο ουρανό


Και αρχίζει το αθάνατο ελληνικό γιορτάσι 

με τα κλαρίνα, τα βιολιά στην ανθισμένη πλάση

τρώνε, γλεντούν και χαίρονται. Το στήνουν στο χορό.

Στο αλώνι της εκκλησίας. Σε κάθε σπιτικό.


Στην εποχή μας όμως το αναστάσιμο σκηνικό 

έχει γίνει δυστυχώς πολύ διαφορετικό. 

Με το πρώτο "Χριστός Ανέστη" περνάει το σύνθημα για γυρισμό.

Ανάβουν πολλοί την λαμπάδα τους για το καλό,


Και τρέχουν στο σπίτι της πολύ βιαστικοί

μήπως η (κυρία) μαγειρίτσα έπαψε να είναι ζεστή!!!

Άντε και του χρόνου με το καλό.

Και Ανάσταση με θεσπέσια λειτουργία και ΧΡΙΣΤΟ 


Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Της ζωής οι αναποδιές σήμερα και χτες.


Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα Αρετή Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου
 

Ίσως είναι μπορετό. Όμως δεν είναι στον άνθρωπο σωστό να ωραιοποιεί εποχές και γεγονότα που έχουν γίνει στο παρελθόν. Γιατί είναι βέβαιο πως και στο παρελθόν υπήρχαν οι δύσκολες καταστάσεις και οι άνθρωποι είχαν διάφορες απόψεις στην ζωή τους και διαφωνούσαν μεταξύ τους. Όμως τότε δεν θα υπήρχε, όπως λέει ο μύθος το τρελό νερό για να παρατηρείται το σημερινό κακό. Κατά κανόνα, τα πορίσματα της επιστήμης γίνονταν πιστευτά και απ τους άρρωστους αποδεκτά. Μάλιστα τα σοβαρά προβλήματα και κυρίως της υγείας τ' ακουμπούσαν στην πρόνοια του Θεού και περίμεναν το θαύμα. 

 Ας ακούσουμε λοιπόν ένα από τα πολλά και ασφαλώς κάτι θα έχει να μας πει την σημερινή περίεργη εποχή. 
 Η εφημερίδα λοιπόν της εποχής κατά την 10ετια του 1920 μας πληροφορεί για το θαύμα της Παναγίας της Τήνου στο βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνον.

 Ο ΓΕΏΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΦΈΡΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΙΤΏΝΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΤΟΥ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΊΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ. " 

Πας Έλλην παρηκολούθη την πορείαν της νόσου διότι πίστευε ακράδαντος ότι το θείον θα επενέβαινεν προς ίασιν του Βασιλέως. Πλήθος ιερών εικόνων και αγίων λειψάνων κατέυθανον εξ απάσης της Ελλάδος. Μεταξύ αυτών προσεκομίσθη δια του καταδρομικού Γεωργίου Αβέρωφ με κατάνυξη και σεμνότητα τας οποίας αείποτε η ελληνική θρησκευτικότης διετίρησε η ελληνική θρησκευτικότης, την 14η Μαΐου και η θαυματουργός εικών της Παναγίας της Τήνου. Απας ο κλήρος της Τήνου με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Σύρου και Τήνου και τον υπουργό Παιδείας Χαράλαμπον Βοζίκην μετέφερε εκ Κυκλάδων εις βασιλικόν παλάτιον την σεπτήν Εικόνα. 
Προ της εισόδου του ανακτόρου ιστάμενος ο θεοσεβής διάδοχος Γεώργιος παρέλαβεν την θαυματουργόν εικόνα και την μετέφερεν εις τον κοιτώνα του πατρός του, όστις εγερθείς ησπάσθη το ιερόν πρόσωπο της Θεομήτορος. Μετά τινά χρόνου ο Κωνσταντίνος ανέρρωσεν. Ο δε ευσεβής υιός του συνόδευσε τους γονείς του μεταβένοντες προς απόδοσην ευχαριστιών επί τη αναρρώσει του ασθενούς. 

 Φαίνεται χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις το ψάρι ήταν υγιέστατο απ το κεφάλι ως την ουρά εκείνα τα ευλογημένα χρόνια τα παλιά. Και οι άνθρωποι είχαν αξίες και πρότυπα γι αυτό και ζούσαν με περισσότερη ανθρωπιά. 

 Στην προκειμένη περίπτωση ο μπάρμπα Χαράλαμπος, όπως αγαπητικά προσφωνουσαν τον αείμνηστο Βοζίκη μας βεβαιώνει με την ζωή του για όλα αυτά. 
 Ας αφήσουμε λοιπόν την Σόφη Κωνσταντινίδου, εγγονή του και κόρη της Αλίκης Κούτσελα να μας μεταφέρει στην εποχή του και να μας πει από την αξιοζήλευτη ζωή του.

 Ο αείμνηστος, λοιπόν, Χαράλαμπος Βοζίκης γεννήθηκε στο Καστρί πριν το 1900 και είχε σταδιοδρομήσει σαν δικηγόρος. Στην συνέχεια παντρεύεται την αδερφή του παπά Ιερόθεου Κούτσελα, την Μαριγώ. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες αλλά την έχασε νωρίς. Αν και πολύ νέος δεν ξαναπαντρεύεται για να αφοσιωθεί, όπως ο ίδιος έλεγε, στην πολιτική για το καλό της πατρίδας. Και το απέδειξε. Έζησε βαθιά πιστός και δεν δίσταζε να λέει πως το φυλαχτό με το Τίμιο Ξύλο που του είχε χαρίσει ο κουνιάδος του τον έσωσε απ την απόπειρα δολοφονίας ενός αντιπάλου του. 

 Πέρασε την ζωή του απλά και πέθανε φτωχικά, αν και ήταν χρόνια βουλευτής, πρόεδρος της Βουλής και υπουργός Παιδείας. Τα έξοδα της κηδείας του τα έκανε ο άντρας της κόρης του Δημόπουλος. 

 Αλήθεια, στην τόσο φτωχή για προσφορά και αγάπη εποχή ψάχνουμε για κάποιο Μπάρμπα Χαράλαμπο. Αλλά πού να βρεθεί!!! Ο Θεός ας μας λυπηθεί…. 
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Για Περδικοβρυσιώτες Β´ μέρος



Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός
(μail επικοινωνίας: vasilisspanos6@gmail.com)


Στο προηγούμενο που είναι εδώ είπαμε ότι η νέα μονή Προδρόμου ήταν σχεδόν απόρθητη. 

Σήμερα θα αναφερθούμε στο άλλο πλεονέκτημα που είχε η νέα θέση. Δίπλα από την εκκλησία υπήρχε στενό πέρασμα που οδηγούσε πίσω από το ιερό. Όταν κάποιος περνά αυτή την είσοδο, βρίσκεται μπροστά σε μιά σπηλιά. Η είσοδος της σπηλιάς είναι εξ ολοκλήρου φραγμένη από ένα βράχο. Ο βράχος μοιάζει να έχει ξεκολλήσει από την οροφή της σπηλιάς. 

Ο μακαρίτης ο Παπα Χριστόφορος έλεγε πως θυμόταν την εποχή που το σπήλαιο ήταν ανοιχτό. Πρίν να πέσει ο βράχος. Μάλιστα ελέγε ότι κάποιος μπορούσε να εισχωρείσει σε βάθος αρκετών μέτρων. Αργότερα, φίλοι που οι γονείς τους βοσκούσαν τα ζωντανά τους σε μιά περιοχή, κανά χιλιόμετρο μακρύτερα στο Ξεροκάμπι, στην τοποθεσία "γκώνια" ή "αγκώνια" ή "γκόνια" ή "αγκόνια" ή "αγγόνια", έβλεπαν μιά μεγάλη τρύπα στην γή, σαν πηγάδι χωρίς νερό. Στον πάτο του πηγαδιού και στό πλάϊ, προς την κατεύθυνση του μοναστηριού, υπήρχε το στόμιο μιάς σπηλιάς. Δεύτερη σπηλιά. Οι βοσκοί έβαζαν μέσα στη σπηλιά τα κεφαλοτύρια τους. Εκεί μέσα η συντήρηση ήταν εξασφαλισμένη, επειδή μέσα από την σπηλιά έβγαινε πολύ ψυχρό ρεύμα αέρα. 

Οι τσοπάνηδες ισχυρίζονταν, ότι η άλλη άκρη του σπηλαίου ήταν η είσοδος της σπηλιάς στο μοναστήρι του προδρόμου. Δηλαδή ότι η φραγμένη είσοδος της σπηλιάς του Προδρόμου ήταν η αρχή σήραγγας που κατέληγε στο τυροψυγείο στα "αγκώνια". Άν είναι έτσι, οι μοναχοί του μοναστηριού, έχαν την δυνατότητα, σε περίπτωση που η μονή κινδύνευε, να απομακρυνθούν σε ασφαλή τόπο. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της νέας θέσης της μονής 

 Υ.Γ Η περίπτωση νομίζω έχει ενδιαφέρον και από Σπηλαιολογικής πλευράς. 
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022

Για Περδικοβρυσιώτες

Η Περδικόβρυση 


Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός (μail επικοινωνίας: vasilisspanos6@gmail.com) 

Σε τούτη την δημοσίευση θα αναφερθούμε στην περιοχή που ορίζεται  κάτω από τον οικισμό Κότρωνας, το χωριό Περδικόβρυση και την μονή Προδρόμου. 

 Περνώντας με αυτοκίνητο τον οικισμό Κότρωνας, και πηγαίνοντας προς Περδικόβρυση, ο τόπος λέγεται "Χώρα". Για την σημασία του ονόματος "Χώρα", συμβουλευτείτε την Βικιπαίδεια.
Πανοραμική άποψη του Κότρωνα και της Χώρας.
(Φώτο Γιάννας Χάγια)

Πρόκειται για τον έρημο σήμερα τόπο που περνάμε αμέσως μετά τον Κότρωνα πηγαίνοντας πρός Περδικόβρυση. 

Η μετονομασία του χωριού Ρούβαλη σε Νέα Χώρα, συνδέεται με τον χώρο αυτό. Εκεί όταν η μπουλντόζα άνοιγε τον δρόμο, ξέθαβε ανθρώπινα οστά και παλαιά πιθάρια. Κυκλοφορούσε η φήμη πως μερικά πιθάρια είχαν και περιεχόμενο. Χρυσαφικά, ασημικά και τέτοια...ασήμαντα πραγματάκια. Μάλιστα είχε διαδοθεί, ότι ο χειριστής της μπουλντόζας, κάποια στιγμή διέκοψε όλως περιέργως την εργασία, άφησε το χωματουργικό, και με το ΙΧ του έφυγε για Τρίπολη. Επέστρεψε μετά διήμερο.

 Όταν οι Περδικοβρυσιώτες επισκέφτηκαν τον τόπο, είδαν με καχυποψία στην πλαϊνή αποσκαφή, το αποτύπωμα ενός πιθάριού. Το πιθάρι έλειπε. Το αποτύπωμα το έχαμε δειμε τα δικά μας μάτια. Το ότι στην περιοχή υπήρχαν κάποιοι θησαυροί είναι βέβαιο. 

Θυμάμαι συμμαθητές στο γυμνάσιο που μας έδειχναν ασημένια νομίσματα, που είχαν βρεί στα υπόγεια των σπιτιών τους. Τα γνωστά Κωνσταντινάτα. Επάνω στον υπερυψωμένο βράχο  μαθαίναμε όταν ήμασταν παιδιά πως ήσαν κρυμένα δύο βαγένια με θησαυρούς που τα φύλαγαν δύο φίδια με δυό κεφάλια. 

 Εκείνη την εποχή η περιοχή υπέφερε από επιδρομές. Ήσαν πειρατές που έβγαιναν στο Άστρος και ακολουθώντας αντίδρομα την ροή του ποταμιού Τάνου, ρήμαζαν τον τόπο. Φαίνεται ότι η Χώρα ήταν η ζώνη άμυνας προς τους πειρατές, για να τους εμποδίσει να περάσουν προς τα υπόλοιπα χωριά. Το πέρασμα κάτω από τον βράχο ήταν εύκολο να φυλαχθεί. Οπότε οι επιδρομείς ήσαν αναγκασμένοι να κινηθούν ανηφορικά στην πλαγιά για να περάσουν πιό πάνω από τον υπερυψωμένο βράχο. Εκει βέβαια οι αμυνόμενοι ήσαν σε πλεονεκτική θέση. Επειδή είχαν τους επιδρομείς από κάτω ενώ οι εχθροί κινούνταν ανηφορικά.  Εικάζουμε ότι στον τόπο θα είχαν γίνει μεγάλες μάχες. Στην άμυνα πιθανόν συμμετείχαν όχι μόνον Καστριτοχωρίτες αλλά και  Αγιοπετρίτες, Βουρβουρέοι, Βερβαινιώτες και άλλοι. 

 
Η Μονή Προδρόμου
Η μονή Προδρόμου ως γνωστόν αρχικώς ήταν κτισμένη στο κάτω μέρος της Περδικόβρυσης. Η πίεση των επιδρομέων ανάγκασε τους μοναχούς να την μεταφέρουν εκεί που είναι σήμερα. Κρεμασμένη στα βράχια. Η νέα θέση είναι σχεδόν απρόσιτη. Η είσοδος φυλαγόταν εύκολα. Μπορούσαν οι μοναχοί να αποκρούσουν τους επίδοξους εισβολείς, ανεβαίνοντας λίγο ψηλότερα και κατρακυλώντας βράχια. 

Όπως και στην περίπτωση της Χώρας, όταν οι αμυνόμενοι είναι ψηλότερα, είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από τους επιτιθεμένους, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να κινούνται ανηφορικά. Το ίδιο εύκολα αντιμετωπίζονταν οι επιθέσεις που επιχειρούνταν από τον δρόμο που ανεβαίνει από κάτω πρός επάνω. Από το μύλο της μονής, στο ποτάμι. 

Αλλά στο μεγαλύτερο πλεονέκτημα της νέας θέσης, θα αναφερθούμε σε επόμενη συνέχεια....

 Υ.Γ. Ο μακαρίτης ο ράφτης Παναγιώτης Βασιλάκος μου είχε ετυμολογήσει το όνομα Τσερβάσι. Έλεγε ότι το όνομα το πήρε από κάποιον Βασίλη- Βάση. Φαίνεται ότι αυτός ο Βάσης  ήταν κάτι σαν τσιφλικάς του χωριού. Το χωριό λοιπόν ήταν του κυρ-Βασίλη < κυρ Βάση. Επειδή όπως είναι γνωστό, στα καστριτοχώρια το κάπα (κ) προσφερόταν "τς" (τσιτακισμός), ο κυρ Βάσης έγινε "τσυρ Βάσης" < τσυρβάσης. Άν αυτό είναι αληθές, τότε η ορθή γραφή του ονόματος του χωριού, θα πρέπει να είναι του "Τσυρβάση". 
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Καφενείον το: «<ΝΕΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ» Μανώλη Χωραίτη 1925-1940

Θυμάται, νοσταλγεί και γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα Αρετή Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου 

Κατηφορίζοντας από το Γυμνάσιο προς τον Άγιο Βλάση και σε μικρή απόσταση υπάρχουν τα ερείπια ενός χαλάσματος θαμμένου στα χόρτα και τα βάτα. Σε τίποτε δεν θυμίζει το πανέμορφο σπίτι του Χωραΐτη με το παραδεισένιο κήπο, το αγκαλιασμένο με τ’ αγιόκλημα και στολισμένο με τις πολύχρωμες γλάστρες. 

 Καθώς λοιπόν άνοιξα αυτές τις μέρες το βιβλίο του Βασίλη Τόγια: Τα Καστρίτικα , τόμος Γ’ η καρδιά μου περπάτησε στο πνεύμα της παλιάς εποχής. Και ανάμεσα στ’ άλλα ξαναθυμήθηκα την ξεχασμένη σε πολλούς παλιούς Καστρίτες και άγνωστη στους νεότερους, την ιστορία του Μανώλη Χωραΐτη. Επιβάλλεται νομίζω να την ξαναθυμηθούμε και να την γνωρίσουν όσοι απ’ τους νεότερους ενδιαφέρονται για την αξιόλογη παράδοση αυτού του πανέμορφου τόπου. Ο Χωραΐτης λοιπόν, δεν ήταν Καστρίτης. Ήταν από την Μεσσηνία, γιος του γραμματέα του Ειρηνοδικείου που τότε υπηρετούσε στο Καστρί. Ο Μανωλάκης λοιπόν παντρεύεται την Καστρίτισσα Δοξούλα αδερφή των μεταναστών Μέγγου, στο Σικάγο της Αμερικής, οι οποίοι είχαν αγοράσει στην πλατεία το οίκημα του δικηγόρου Ιωάννη Καλούτση. 

 Έτσι ο Μανωλάκης ανέλαβε την διαχείριση του δικού του πλέον οικήματος. Η άριστη κατασκευή του και η άψογη υπέροχη και ασυνήθιστη για την εποχή επίπλωσή του το έκανε καμάρι του χωριού και όλης της περιοχής. Το ανώγειο το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο ύπνου Α΄ κατηγορίας. Το ισόγειο δε, το ήδη υπάρχων καφενείο το ανακαίνισε και το πλούτισε με προσφερόμενα γλυκά και ποτά που έκαναν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά. Έξω δε και πάνω από την πόρτα τοποθέτησε μια υπέροχη επιγραφή, δικό του έργο. Καφενείο Το ΝΕΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ». 

 Σ’ αυτό το καφενείο κατά την 15ετίαν 1925-1940 γίνονταν κατά καιρούς οι ονομαστές Καστρίτικες χοροεσπερίδες. Μερικές φορές οι χοροεσπερίδες αυτές έπαιρναν και επίσημο χαρακτήρα. Τότε η συμμετοχή γινόταν με προσκλήσεις και η αμφίεση ήταν καθιερωμένη: Σκούρο κουστούμι και γραβάτα για τους άντρες και βραδινή τουαλέτα για τις γυναίκες. Την σοβαρότητα δεν αυτών των χοροεσπερίδων την σφράγιζε η παρουσία της ορχήστρας των αδερφών Καπράνου: «ΟΡΧΙΣΤΡΑ ΑΔΕΡΦΩΝ ΚΑΠΡΑΝΟΥ». Και τότε η αίθουσα του καφενείου γέμιζε ασφυκτικά , από ντόπιους και ξένους παραθεριστές από την ευρύτερη περιοχή και την Τρίπολη. Η όλη δε οργάνωση περνούσε και στις κοινωνικές στήλες των εφημερίδων. Αυτές οι χοροεσπερίδες δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από εκείνες των Αθηναίων σαλονιών. Και όλα αυτά ως το 1940. 

 Για 15 χρόνια η παρουσία της οικογένειας Χωραΐτη ήταν έντονη και ζωηρή στο Καστρί. Τα 6 παιδιά του 4 αγόρια και 2 κορίτσια ήταν το ένα πιο όμορφο από το άλλο. Ξεχώριζαν δε, στο χωριό από άλλα παιδιά στην εμφάνιση και τον τρόπο ζωής. Το πρώτο γραμμόφωνο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη ήταν το δικό του. Και όλη μέρα ακούγονταν στο χωριό τραγούδια ευρωπαϊκά και μοντέρνα. 

 Και έρχεται το 1940. Αλήθεια ποιος τις περίμενε τις τόσες απανωτές καταστροφές και συμφορές; Το σπίτι του Χωραΐτη και το καμάρι της πλατείας μαζί με τ’ άλλα του χωριού έγιναν στάχτη αφήνοντας το καφενείο σε ταλαίπωρη κατάσταση για να θυμίζει τα περασμένα μεγαλεία. Και έρχεται από κοντά εκείνη της πικρής ξενιτειάς ή μαύρη συμφοράς. Αυτή κατάπιε μαζί με του χωριού την ολάνθιστη δροσιά και του Χωραΐτη όλα τα παιδιά. Για να μην φανούν στον τόπο τους ξανά. Έτσι το ορφανεμένο καφενείο έρημο και μονάχο έμενε με μόνη του παρηγοριά του γεροπλάτανου την παγωμένη ερημιά. Και περιμένουν και τα δύο κάποιον απόγονο του Χωραΐτη να φανεί. Και τότε ώ τί χαρά!! Θα ανοιχθεί διάπλατα του καφενείου η αγκαλιά. Αλλά και ο γεροπλάτανος θα τρέξει να γεμίσει με καρέκλες την αγαπημένη και για κάτι καιρούς στους Καστρίτες στερημένη σκιά του. 

Και όλοι εμείς που αγαπούμε ιδιαίτερα τον τόπο μας θα καθίσουμε αγαπητικά με αρχηγό την πάντα άξια πρόεδρό μας Μαρία Κοσμά, που κάνει ό,τι μπορεί για να χαρίσει ομορφιά και ζωή στο αγαπημένο μας Καστρί. Και κάτι ακόμα για την πρόεδρό μας εδώ πρέπει να λεχθεί. Αφού αυτόν τον καιρό δεν άφησε αδιάφορο κανένα στο Καστρί ο κεραυνός που χτύπησε το μέχρι χθες ευτυχισμένο σπίτι του αγαπημένου Βασίλη Κοσμά και της προέδρου μας Μαρίας μαζί με τα δύο τους επιτυχημένα στην ζωή παιδιά: τον Ηλία και την Αγγελικούλα. 

 Ευχόμαστε λοιπόν από καρδιάς και στην πρόεδρό μας μαζί με τα παιδιά της , την μεγάλη παρηγοριά της, κουράγιο και υπομονή από όλο το Καστρί.
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022

Το οδοντιατρείο του Γιάννη Χρόνη-Παλούκα

Το οδοντιατρείο του Παλούκα έκλεισε
τον κύκλο του αρχές της δεκαετίας του 80
Θυμάται και γράφει ο Καρατουλιάνος Βασίλης Σπανός

Ο Γιάννης Χρόνης  (Παλούκας το παρατσούκλι του), ήταν μια σημαίνουσα προσωπικότητα του Καστρίου. Διετέλεσε και πρόεδρος της κοινότητας Αγίου Νικολάου με επιτυχία. Το σπίτι του είναι κοντά στο γυμνάσιο. Ήταν μισοτελειωμένό και παραμένει έτσι. Στα μισά πορτοπαράθυρα κρέμονταν πρόχειρα, κάτι τσίγκοι σκουριασμένοι και ξεφτισμένοι. Από το γύφτικο του Σιαβελή τον χώριζε ο καινούργιος -τότε- δρόμος, προς Μπερνορή, Δραγαλεβό, Καράτουλα, Ρούβαλη, Κότρωνα, και Τσερβάσι. 
 Τα δύο σπίτια δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις γειτονίας. Αφορμή το σφυρί και το αμώνι του Μαστρο- Γιώργη, που δεν άφηναν το γιατρό να ησυχάσει τα μεσημέρια. Είχε και το έλεγε ο κυρ- Γιάννης: 
-Δυό εχθρούς έχω. Τον Σιαβελή και τον ...Πουνέντη. Πουνέντης, ο νοτιοδυτικός άνεμος που έδερνε το καταράχι, πάνω στο οποίο ήσαν χτισμένα τα δυό σπίτια και ανακάτευε τους τσίγκους στο γιαπί, με κίνδυνο να τους σηκώσει και να τους στείλει στο γήπεδο του Κεραυνού. 
Αριστερά το οδοντιατρείο του Παλούκα 
 δεξιά το σιδεράδικο του Σιαβελή
στη σημερινή τους μορφή
 
Ο σιδεράς απαντούσε ότι, για το πρόβλημα φταίει ο γιατρός που τσιγκουνεύεται δέκα σαράνταπεντάρες πρόκες να στερεώσει τους φωνακλάδες τους τσίγκους του. Βέβαια ο Παλούκας δεν ήταν τσιγκούνης. Αλλά δεν τα είχε. Το ιατρείο; Πολύς ο κόσμος αλλά εισόδημα λίγο. Σχεδόν δωρεάν. Μόνο κέρδος οι πολιτικές φιλίες και γνωριμίες. Σπούδαζε και τους δυό του γιούς, ο ένας στην Ιταλία. Ένα μπλέ κουστούμι μισότριβο προπέρσινο, ραμμένο από τον Παναγάκο. Το φορούσε σαν πήγαινε για την εφημερίδα του, στού Σπανού το πρακτορείο, στην πλατεία. Περπατούσε με το κεφάλι κάπως σκυμμένο και, άν και φορούσε τα γυαλία του, δεν έβλεπε τον κόσμο μέσα από αυτά, αλλά πάνω από αυτά. Ο λόγος; Ξεχνούσε να βγάλει τα της μυωπίας, που δεν τον βοηθούσαν και μάλλον τον τύφλωναν.

Αγόραζε την ΑΚΡΟΠΟΛΗ, την δίπλωνε και την έβαζε επιδεικτικά στην αριστερή πλαϊνή τσέπη του σακακιού, με τα μεγάλα κεφαλαία γράμματα προς τα έξω, να βγάζουν μάτι. Δεξιά η ΑΚΡΟΠΟΛΗ, δεξιοί και η πλειονότητα των Καστριτών. Εφημερίδα αγόραζε και ο Σιαβελής. Αυτός άν προλάβαινε, πρίν την κρύψει ο μπάρμπα Δήμος -εθνικόφρων αυτός- μοίραζε δωρεάν τίς δεξιές και καταχώνιασε τις κομμουνιστικές. Ο Σιαβελής την έβαζε στην μέσα τσέπη του σακακιού μην τύχει και την ειδεί ο αστυνόμος ο Κρητικάτσης. Και για σιγουριά, το όνομα της εφημερίδας να μην φαίνεται. Ο λόγος που το έκανε ήταν ένας και πολύ σοβαρός: Το όνομα της εφημερίδας ήταν ΑΥΓΗ. Την διάβαζε το βράδυ και την επομένη την παρελάβανε ο έτερος σύντροφος, παλαιός γείτονας και φίλος του ο Γιαννάκης ο Λυμπέρης, σιδεράς και εκείνος. Την επομένη ο Γιαννάκης αγόραζε την ΑΥΓΗ και την πάσαρε  στον Σαβελή.  Κατά κάποιο ανεξήγητο λόγο, αυτοί οι δαχτυλοδεικτούμενοι αριστεροί, ήσαν συνήθως από τους εντιμότερους στην καστρίτικη κοινωνία. 

Στο ιατρείο οι πελάτες ήσαν κυρίως κοπέλες από όλα τα καστριτοχώρια. Αυτές κάποτε πήγαιναν όχι για ουσιαστικό λόγο. Πήγαιναν για να αντικαταστήσουν το μαυρισμένο κυνόδοντο με χρυσαφένιο. Και για να τις ειδεί κανένας μπρούκλης και να τις γλυτώσει από το ξυνάρι, το δρεπάνι, και τον αργαλειό. Οι πιό τολμηρές δεν βιάζονταν να καθίσουν στην καρέκλα του γιατρού. Στέκονταν όρθιες στην εμπατή της αυλής και έπιαναν κουβέντα με τους περαστικούς. Οι κάπως συνεσταλμένες κρυφοκοίταζαν πίσω από τις τριανταφυλλιές του κήπου. Με τα φρεσκοπλυμένα φορέματα, τα ωραία παπούτσια από του Νικόλα του Ραμόγιαννη - Μαλιάγκα , και τα πλούσια μαλλιά δεμένα αλογοουρά ψηλά - ψηλά στην κορυφή της καλοφτιαγμένης Δωρικού τύπου κεφαλής.

 Ένα μεσημέρι, ερχόμενος ο γιατρός από την τουαλέτα που ήταν στο πίσω μέρος της αυλής και για πόρτα είχε μιά πολύχρωμη κουρελού, τον περίμενε ένας καβάλα στο μουλάρι. Και ακολούθησε αυτός ο διάλογος: 
-Καλημέρα γιατρέ; 
-Καλημέρα. 
-Δεν μπορώ να καρτερώ γιατί είμαι από την Γαλτενά. Για τήρα τα δόντια του μουλαριού, γέρασε σαν και μένα και του έχουν βγεί καμπόσα. Τήρα να του βάλεις άλλα και θα πληρωθείς καλά. Και να μου δώσεις την κάρτα σου να σου φέρνω πελάτες. 
-Ποιός σε έστειλε ρε; 
Tου Κλέαρχου το γαϊδουρομοδιστράδικο 
όπως είναι σήμερα
-Ο Κλέαρχος. Πήγα να μου πεταλώσει το μουλάρι, του είπα και το πρόβλημα με τα δόντια του μουλαριού και εφτούνος του έβαλε στο στόμα ένα πράγμα και το ζο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Είδε τα δόντια που λείπανε και μου είπε : Στον Παλούκα και γρήγορα. 
-Α τον κερατά,τον Κλέαρχο. Μου την έκανε πάλι την δουλειά. Ρε πανταβέ δεν σου κόβει το μυαλό σου; Εγώ δεν φτιάνω δόντια για μουλάρια. Των κοριτσιών τα δόντια φτιάνω. 

 Αυτές οι κοπέλες ζούνε τώρα ευτυχισμένες στις πλούσιες χώρες, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία. Στα χωρια έμειναν λίγες μάνες και γιαγιάδες. Ελπίζοντας. Σε ένα δωμάτιο έχουν φυλαγμένα μιά λάμπα πετρελαίου, τις αλογοουρές που θυσιάστηκαν και στην μπιζουτιέρα τους....τα χρυσά δοντάκια του Παλούκα. Αυτά που αντικαταστάθηκαν με δόντια φυτευτά.










Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΒΑΣ

Από τις Καρατουλιάνικες και άλλες Καστριτοχωρίτικες ιστορίες που  γράφει ο Βασίλης Σπανός 


Το μοναστήρι του προδρόμου είναι χτισμένο στα βράχια απέναντι από το χωριό Τσερβάσι (σημερινή Περδικόβρυση). Παλαιότερα ήταν στην απέναντι όχθη του Τάνου, προς την μεριά του χωριού. Πεντακόσια περίπου μέτρα ψηλότερα από το ποτάμι. Οι συχνές επιδρομές των Σαρακηνών, ανάγκασαν τους μοναχούς να μετακομίσουν την μονή απέναντι στην άλλη όχθη, Εκεί που είναι σήμερα. Κρεμασμένη στον Κοκκινόβραχο. Χελιδονοφωλιά.
Ο ηγούμενος του μοναστηριού είχε τον τίτλο Αβάς.
Στο ποτάμι λειτουργούσε και ο μύλος του μοναστηριού. Στον μύλο άλεθαν οι χριστιανοί τα σιτάρια τους. Από το ξάϊ το μοναστήρι κονόμαγε και οι καλογέροι καλοπερνούσαν. Ο Αβάς ακόμα καλύτερα.
Οι κάτοικοι του χωριού ήσαν υποτελείς στον  Αβά. Κάποτε όταν ένας με το όνομα Μπαζάνος προσπάθησε να αποκοπεί από τον Αβά, βρήκε τον μπελά του.

Τα πράγματα πήγαιναν καλά στο μοναστήρι. Γύρω στα 1800, ένας καλόγερος, βλέποντας ότι ο Αβάς καλοπερνάει είπε μέσα του : 
-Γιατί να είμαι υπηρέτης ατουνού και να μήν γίνω και εγώ Αβάς. Να έχω και εγώ μύλο....
Θα γίνω και εγώ Αβάς. 
Πήρε την ποταμιά και πήγε 1000 περίπου μέτρα μακρύτερα. Αντίθετα στην ροή του ποταμιού. Του άρεσε ο τόπος και είπε:
-Εδώ είναι καλά. Θα φτιάξω δικό μου μύλο. Όχι μόνο μύλο, αλλά και νεροτριβή.

Όταν τον είδαν οι ντόπιοι είπαν μεταξύ τους:
-Το μάθατε; Στον τόπο μας γυρίζει ένας καλόγερος. Τί θέλει τάχα. 
-Ποιός ο Καράτουλας; Τον είδαμε.(Καράς το γνωστό τούρκικο απομεινάρι που σημαίνει μαύρος και τούλα και αυτό απομεινάρι που σημαίνει ρούχο-ύφασμα. Καράτουλας λοιπόν είναι ο μαυροντυμένος.)
-Καλόγερος είναι θα ζητιανεύει. Δεν μας βλάψει.

Δεν ανησύχησαν μέχρι την ημέρα που τον είδαν να χτίζει τον μύλο. Έφτιαξε μύλο, γούρνα για το νερό και μυλαύλακο. Και νεροτριβή. Συγκρότημα πλήρες. Μπήκαν ψύλοι στα αυτιά των χριστιανών.
-Ρε μην μας πάρει το νερό για το μύλο του και ξεραθούν τα περιβόλια μας; Για να ειδούμε τι θα κάνει.

Στον τόπο αυτό έκανε κουμάντο ένας Μπακούρης,
Αυτός ο Μπακούρης είχε φτιάξει "δέση του νερού" του Τάνου και μοίραζε το νερό στους χωριανούς για να ποτίζουν τα περιβόλια τους στις δυό όχθες. Ήταν δίκαιος στην μοιρασιά και οι  ντόπιοι δεν έχαν παράπονο. Ούτε και αυτός.
Έπρεπε λοιπόν ο Μικρός Αβάς να εκτοπίσει τον Μπακούρη για να κάνει την δουλειά του.
Πάει λοιπόν ο καλόγερος καί φτιάχνει δική του δέση, πιο πάνω από την δέση του Μπακούρη. Τόσο πάνω που πιό πάνω δεν γινότανε γιατί ο τόπος ήταν όλο βράχια. Έτσι έγινε  κυρίαρχος. Έπαιρνε το νερό για τον μύλο του και άν πέρσευε, έδινε και στος χωριανούς. Και με πληρωμή βέβαια. Το καλοκαίρι που ο κόσμος ήθελε το νερό για τα περιβόλια, το πρόβλημα ήταν μεγάλο.Το νερό το ρούφαγε ο μύλος. Ήταν και ακριβότερο.

Ο Μπακούρης σιγά -σιγά εκτοπίστηκε. Αργότερα μαζί με άλλους από το χωριό αποικίσανε στο χωριό Αγιά Σοφιά. Στο χωριό αυτό τα επώνυμα των κατοίκων και την σήμερον ημέρα, είναι Καρατουλιάνικα.:  Μπακούρης, Σαβελής, Λαμπίρης, Λυμπέρης,Καραζάνος και άλλα.

Όσοι από τους ντόπιοιους δεν έφυγαν, έμειναν υποτελείς στον Μικρό Αβά. 
Αφού ρίζωσε ο καλόγερος στον τόπο, πέταξε τα ράσα και ξύρισε τα γένια. Αργότερα παντρεύτηκε γυναίκα από διπλανό χωριό και έκανε οικογένεια. Απόγονοί του σήμερα στον τόπο, κάνουν ότι και ο καλόγερος πρόγονός τους.


Στον μύλο.

Για να έρθουν τα φορτώματα στον μύλο, έπρεπε τα ζώα να περάσουν μέσα σπό το ποτάμι.
Και το καλοκαίρι που ο Τάνος έφερνε λίγο ή καθόλου νερό ήταν καλά. Τα ζώα περνούσαν απέναντι χωρίς πρόβλημα. Τον χειμώνα όμως που το ποτάμι κατέβαζε, ήταν δύσκολο.
Έφτιαξε λοιπόν ο τελευταίος μυλωνάς, ο γέρο-Γιάννης, ξυλογέφυρο και τα μουλάρια περνούσαν απέναντι. Συχνά,όμως ο Τάνος φούσκωνε και γινόταν πολύ ορμητικός. Τόσο ορμητικός που μετακινούμε μεγάλες πέτρες και άλλαζε την κοίτη. Παράσερνε και το γεφύρι και το έστελνε αντίδωρο μακρυά στον άλλο άγιο. Τον Αβά που είχε μείνει στο μοναστήρι.
Έφτιανε ο μυλωνάς καινούργιο γεφύρι. Τώρα όμως το σιγούρευε.  Το έδενε στα βράχια με αλυσίδες. Δύο από την μία μεριά και δύο από την άλλη. 
Σήμερα στον τόπο αυτό έχουν μείνει μόνο τα βράχια και οι αλυσίδες.  Ο πανδαμάτωρ χρόνος έστειλε το γεφύρι και τον μυλωνά .....αλλού. 
Εκεί παλεύει ακόμα να φτιάξει το γεφύρι του.

Οι κοντοχωριανοί συνήθως άφηναν τον καρπό στον μύλο και έφευγαν. Ο Μυλωνάς περίμενε να γεμίσει η γούρνα και μετά την άνοιγε και τα άλεθε όλα μαζί. Όταν τελείωνε τους παράγγελνε να πάνε για να πάρουν το αλεύρι.


Με τον σαρύγγαλο.

Ο σαρύγκαλος ήταν ένα μεγάλο όστρακο. Του είχε μιά τρύπα στην μέση. Έβαζε το στόμα του εκεί ο μυλωνάς και φυσώντας με τον κατάλληλο τρόπο έβγαζε ήχο όπως η σάλπιγγα. Πολύ πιο δυνατό μάλίστα. Βουίζανε τα ρέματα και τα κοντοχώρια. Έστελνε πρώτα τρία σήματα με το όργανο και μετά έβαζε την φωνή:
-Να ´ρθείτε να πάρετε τ´ αλέσματα.
Δυό ή τρεις φορές.
Πηγαίναν και τα παραλάμβαναν.
Κάποτε πήγε να πάρει το αλεύρι του και ένας γέρος που ήταν θεόκουφος. Πρωτού κατηφορήσει για τον μύλο στάθηκε στο ξάγναντο και φώναζε κατά το ποτάμι για να ειδεί αν ο μυλωνάς είναι ακόμα εκεί, επειδή όταν δεν ερχόνταν κόσμος τον έκλεινε και ανέβαινε στο χωριό.
-Ρε Γιάννη μυλωνάααα ; Έ μυλωνά.
-Τί ´ναι ρε;
Ο κουφός σαν κουφός που ήταν δεν άκουσε την απόκριση και ξανά φώναξε:
-Ρέ Γιάννη μυλωνά έ μυλωνά;
-Τί ´ναι ρε σου λέω;
Καμία απόκριση.
-Μυλωνά έ μυλωνά;
-Τον κερατά με κοροϊδεύει.
-Ρε Γιάννη είσαι αφτού να πάρω το άλεσμα;
Θυμήθηκε την γειτόνισά του ο μυλωνάς που το σπίτι της ήταν εκεί κοντά που στεκόταν ο κουφός και φώναζε.
-Ρέ Όλγα, έ Όλγα.
-Ποιός είσαι;
-Ο Γιάννης ο μυλωνάς είμαι. Για πες αυτού του κερατά, εδώ είμαι και τον περιμένω, Νά ´ρθει να το πάρει. Θα με ζουρλάνει;
Ζύγωσε τον κουφό η Όλγα, τον γνώρισε, τον τράβηξε από το μανίκι και του έγνεψε με χειρονομίες το μύνημα.


Το ξάι.

Το ξάι ήταν το αλεύρι που βάσταγε ο μυλωνάς για τα αλεστικά. Αυτό ήταν το νόμιμο.Το άλλο ξάι ήταν το κρυφό. Το αλεύρι που κρατούσαν....οι μυλόπετρες. Για την φθορά τους. Έπρεπε να μήν είναι λείες οι μυλόπετρες γιαυτό κάθε τόσο ερχόταν μάστορας και τις ξεπελέκαγε. Να γίνουν σκληρές. Και ο μάστορας πληρωνότανε.
Κονόμαγε λοιπόν από το ξάι ο μυλωνάς. Κονόμαγε και απότην νεροτριβή.


Η νεροτριβή.

Η νεροτριβή ήταν ένας μεγάλος ξύλινος κάδος σε σχήμα αναποδογυρισμένου χωνιού. Σφηνωμένος σε έναν λάκο στο χώμα. Οι μαστόροι που τον τοποθετούσαν, τον έστηναν με την μύτη στην άμμο, τον στείλωναν προσωρινα στην σωστή θέση και μετά γύρω - γύρω τον έκλειναν με χώμα μέχρι μισό μέτρο κάτω από το χείλος. Μετά έπαιρναν τα στηρίγματα και η νεροτριβή ήταν έτοιμη.
Ο κάδος γέμιζε με νερό μέχρι μισό μέτρο κάτω από το χείλος. Εκεί μέσα έρριχναν τις φλοκάτες και τα σαϊσματα μετά από τον αργαλιό, για να γίνουν αφράτα. Το βαγένι ήταν βαλμένο σε τέτοια θέση που το νερό που έριχνε στον κάδο χτύπαγε και στριφογύριζε τις κουβέρτες. Μετά από κάποιες ώρες, οι κουβέρτες γίνονταν αφράτες και τις έβγαζε ο μυλωνάς τραβώντας τες έξω με σιδερένιους γάντζους.
Κονόμαγε λοιπόν από τα νεροτριβιάρικα. Κονόμαγε και από το καθάρισμα του σιταριού.


Η καθαριστική.

Πρωτού να πάει γιά άλεσμα το σιτάρι έπρεπε να είναι καθαρό από άλλους σπόρους. Ήρα, βίκο, άγανα και σπόρους από άλλα παράσιτα. Το καθάρισμα ήταν κουραστικό και έπαιρνε πολύ χρόνο. Οι νοικοκυρές παλέβανε μέρες για να το καθαρίσουν. 
Ο μυλωνάς εκμεταλλεύτηκε και το καθάρισμα.
Αγόρασε καθοριστική μηχανή.
Αυτή ήταν χειροκίνητη. Ένας περιστρεφόμενος κύλινδρος από λαμαρίνα που έρριχναν μέσα το σιτάρι για να καθαριστεί.Έβγαζε αλλού το καθαρό σιτάρι και αλλού,τα περιττά τα σκύβαλα που τα λέγανε.
Κράταγε ο πελάτης το καθαρό σιτάρι για να το πάει στον μύλο, κράταγε και τα σκύβαλα που τάιζε τα ζωντανά του.
Κράταγε και ο μυλωνάς τα καθαριστικά του. Σε χρήμα ή σε είδος.
Την μηχανή την είχε εγκαταστήσει σε ένα μικρό χαμηλό σπίτι στο κεφαλοχώρι τον Άγιο Νικόλα (σημερινό Καστρί). Στον ίδιο χώρο δούλευε και την ταβέρνα.Ήταν και ταβερνιάρης.
Κονόμαγε λοιπόν και από την ταβέρνα.


Η ταβέρνα.

Στην ταβέρνα πελάτες ήσαν οι χωριάτες που καθάριζαν το σιτάρι τους. Όχι μόνο αυτοί. Σύχναζαν και μαγαζάτορες της αγοράς και άλλοι από τα γύρω χωριά. Αυτοί που έρχονταν στον Άγιο Νικόλα να ψωνίσουν. Καθημερινές και τις Κυριακές που είχε το παζάρι. Είχε πολύ κόσμο το παζάρι γιατί έρχονταν άνθρωποι όχι μόνο από τα καστριτοχώρια, αλλά και από μακρύτερα. Σιταινιώτες και Αγιοπετρίτες που πούλαγαν καυσόξυλα από τον Μαλεβό, Βερβαινιώτες και άλλοι. Οι πραμάτειες απλωμένες ολόγυρα στην ταβέρνα.

Στην ταβέρνα σύχναζε και ο κουρέας της αγοράς ο Μήτσος
Όπως και οι άλλοι αγοραίοι έπινε βερεσέ. Με πίστωση.
Έμπαινε λοιπόν ο  κουρέας με την παρέα του και τά ´πινε. Άλλωτε κρασί και μεζέ, άλλωτε κρασί ξεροσφύρι και άλλωτε την σπεσιαλιτέ του γέρου, το μπουμπάρι. Αυτό ήταν άντερο παραγεμισμένο με τα σπλάχνα του σφαχτού. Ήταν εξαιρετικός μεζές και λίγοι τον απολάμβαναν γιατί ήταν ακριβός.
Μια μέρα λέει ο γέρος στον κουρέα:
-Μαζετήκανε πολλά Μήτσο. Γιά να μου δίνεις και τίποτα;  Και μή μου ειπείς δεν έχεις;  Στο κουρείο βλέπω περιμένουνε ουρά.
-Άει δουλειά σου.Τίποτα δεν κάνω. Μεροδούλι - μεροφάι......Αλλά για τήρα ρε μπάρμπα τί σου χρωστάω. Να ειδώ βγαίνω ;
 Ανοίγει το τευτέρι ο γέρος και διαβάζει :
    Κουρέας.
Τάδε του μηνού κρασί, τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί μεζέ τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί, τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί, μεζέ,  μπουμπάρι τόσα.
Τάδε του μηνού (επόμενη) κρασί, μεζέ, μπουμπάρι, τόσα.
Ταμπλιάστηκε ο κουρέας.
-Για κάτσε ρε μπάρμπα. Κάθε μέρα κρασι, μεζέ, μπουμπάρι; Σβήσε καμπόσα;
-Α Μήτσο. Δεν γίνεται. Ότι γράφει δεν ξεγράφει.
Δαγκώθηκα ο κουρέας, στρίφτηκε, αλλά τα πλήρωσε. Αλλά είπε μέσα του.-Έννοια σου γέρο και θα σε φτιάξω.

Στην ταβέρνα έμπαινε και ένας φοροεισπράκτορας όταν πέρναγε από το χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Τσιμπολόγαγε κάτι για αντέξει να πάει στην Τρίπολη να παραδώσει τις εισπράξεις της βδομάδας.
Μια τέτοια μέρα λοιπόν - απότι λένε-συνέβει το εξής:
Αφού έφαγε γίδα βραστή ο άνθρωπος, ήπιε και λίγο παραπάνω. Έβγαλε να πληρώσει. Ο ταβερνιάρης που έβλεπε τις τσέπες του γκαστρωμένες, τον κέρασε ακόμα ένα κρασι "εκ της διευθύνσεως". Τον απόκανε τον άνθρωπο. Κάτι τάχα με τα ρέστα κάτι μού δώσες κάτι σούδωσα και του κλέβει όλον τον "αφρό".
Λένε οι κακές γλώσσες, πως τάχα με τον "αφρό" αγόρασε χτήμα κοντά στο Άργος. Ο καϋμένος ο φορατζής με τα ψιλά νοίκιασε κάμαρα στην φυλακή.


Στο κουρείο.

Ο γέρος δεν παραπήγαινε στον κουρέα. Όταν πήγαινε κουρευότανε βερεσέ και εκείνος.
Εκείνο το απόγευμα πήγε για να συγυριστεί επειδή το βράδυ θα πήγαινε να ψάλλει στην εκκλησία.
Χαιρέτισε τον κουρέα και του ζήτησε να τον κουρέψει και να τον ξυρίσει.
-Έχεις κολόνια Μήτσο;
-Έννοια σου μπάρμπα. Και κολόνια έχω και λάδι για τα μαλιά έχω άμα θέλεις. Έχω και καλό ψαλίδι.(Υπονοούμενο).
-Βάλε μου απόλα γιατί θα πάω να ψάλλω στον Αγιάννη.

Τον έφτιαξε ο κουρέας και εκείνος έκανε να φύγει.
-Για στάσου ρε μπάρμπα, έχουμε κάτι υπόλοιπα δεν με ξοφλάς;
-Ναι ρε Μήτσο για τήρα τι είναι;
Ανοίγει ο κουρέας το δικό τευτέρι και διαβάζει :
Τάδε του μηνός ξύρισμα, τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα, τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα κούρεμα τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα κούρεμα τόσα.
-Για στάσου ρε Μήτσο. Πότε τα έκανα όλα τούτα τα κουρέματα και τα ξυρίσματα ;
 Και ο κουρέας που περίμενε την ερώτηση και του την είχε στημένη την παγίδα, του λέει :
-Τότε που εγώ έπινα κρασί στην ταβέρνα σου και έτρωγα μεζέ, κρασί, μπουμπάρι μπάρμπα Γιάννη. Δανικά τ´ αλεύρια Αλευρά.
-Α ρε μήτσο. Πάνωγράφω και εγώ. Εσύ όμως το παρακάνεις.
Έβγαλε και πλήρωσε σαν σκασμένος.
Βγήκε από το κουρείο, αλλά αντί να πάει τον κατήφορο για την ταβέρνα...πήρε τον ανήφορο.
-Πού πας ρε μπάρμπα τον ανήφορο:  Κατά κάτω είναι η ταβέρνα;



Στην εκκλησία.

Ήτανε Μεγαλοβδομάδα και ο μπαρμπα Γιάννης ο μυλωνάςθα πήγαινε στη εκκλησιά να ψάλλει τον Νυμφίο.
Έστρωσε την φλοκάτη η γριά του στο σαμάρι, του έβαλε καρέκλα να πατήσει και να καβαλικέψει. Καβάλα στο γαϊδούρι αντρικά.
-Κρατιού Γιάννη. Μην προγκήξει το ζωντανό και με βρεί κανά προφαντικό. Έχεις πιεί και πολύ κρασι.
-Μην σκιάζεσαι γριά. Καλά θα πάμε. Να ειδείς πως θα ειπώ και τον Νυμφίο.
Μπροστά η γριά τραβώντας και από πίσω το φορτωμένο γαίδούρι, κατηφόρησαν για τον Αγιάννη. Φτάνοντας τον βόηθησε να ξεκαβαλικέψει. Μπροστά ο γέρος καί πίσω η γριά μπαίνουν στον ναό.
Προσκυνάει ο γέρος, στέκεται και γυρίζει το κεφάλι αριστερά κατά πίσω, που στεκόνταν λίγες γυναίκες. Τους πήρε μέτρα και γυρνώντας δεξιά προχώρησε κατά το δεξί ψαλτήρι. Το αριστερό ήταν άδειο.
Δυό παιδιά που στεκόνταν εκεί μέργιασαν και ο γέρος άραξε στο μεσιανό στασίδι. Δοκίμασε να σταθεί ορθός,αλλά το κρασί και τα χρόνια δεν τον άφησαν. Φόρεσε τα γυαλιά, έπλεξε τα δάχτυλα και ακούμπησε το μέτωπο πάνω στις δεμένες παλάμες.  Στήλωσε τους αγκώνες στο στασίδι και κάθισε. Σχεδόν σωριάστηκε. Φαινόταν να προσπαθεί να συμμετέχει. Ή ...να παλεύει να μείνει ξύπνιος. 

Κάποια στιγμή ήρθε η σειρά του Νυμφίου. Τα παιδιά στρέψανε το βιβλίο με τα μεγάλα γράμματα να το ειπεί γέρος. Από σεβασμό.
Ο γέρος κατάλαβε ότι δεν θα τα καταφέρει. Γύρισε το βιβλίο προς ένα από τα παιδιά και είπε: Λέγε το σύ.
Το παιδί άρχισε να το ψέλνει.Τότε σηκώνει το κεφάλι ο γέρος και μεγαλοφώνως...διορθώνει;
-Τί εν τω μέσω της νυκτός και νυκτός ρε;  Έτσι το μάθατε; Νά πως το λέμε:
Και αρχίζει το δικό του.
Ο λίγος κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει. Άλλοι δαγκώνονταν και άλλοι γέλαγαν.
Κινάει η γριά του και πάει στο ψαλτήρι:
-Έλα Γιάννη τώρα. Καλά τα είπες. Να πηγαίνουμε τώρα γιατί είναι έτοιμος να βρέξει. Δεν έχω και πολύ λάδι στο φανάρι. Να ειδούμε να πάμε σπίτι μας.
Τον πιάνει από το χέρι και έδώ να πέσει εκεί να σταθεί, κάνουν να βγούν. Κοντοστέκεται πάλι και κοιτάζει πίσω του κατά τις γυναίκες. Βγαίνουν, τον ανεβάζει στο γαϊδούρι και κατηφορίζουν.
Ωσπού να πάνε σπίτι έπιασε η βροχή.
Την φοβότανε την βροχή ο γέρος. Ο λόγος ήταν ο μεγάλος βράχος που απειλούσε να διαλύσει το βαγαίνι του μύλου.
-Εκείνος ο βράχος Μαριγώ μου έχει γίνει εφιάλτης. Με τούτες της βροχές θα κατρακυλήσει και θα μου το διαλύσει το βαγένι.
- Άσε γέρο να περάσουν οι άγιες μέρες και μετά θα πάς με την βοήθεια του Αγιάννη, να τον μεριάσεις τον βράχο.


Ο μικρός Αβάς και ο βράχος.

Πενήντα μέτρα πιό πάνω από τον μύλο στην πλαγιά, μιά μεγάλη πέτρα - βράχος απειλούσε να κατρακυλήσει και να πέσει στο βαγένι του μύλου. Να το διαλύσει. Όλο έλεγε να τον μεριάσει,  αλλά μόνος δεν μπορούσε. Ήθελε και βοήθεια.
Την Κυριακή του Θωμά το αποφάσισε. Αγγάρεψε ένα γειτονόπουλο και πρωί-πρωί φτάσανε σον βράχο.
Το παιδί τραβώντας και ο μυλωνάς σπρώχνοντας (σαν τα γνωστά σκαθάρια) επιχείρησαν  την μετακίνηση της πέτρας. Μια τούμπα μετά την άλλη,την πήγαν παράμερα. Ο γέρος έκανε πίσω και την κοίταζε. 
-Καλά μου φαίνεται εδώ Γιώργη. Τώρα το μυαλό μου ησύχασε. Πάμε να φύγουμε. 
Αμ δεν πήγαν μακρυά. Ξανακοιτάζει ο γέρος και λέει:
- Ρε Γιώργη δεν πάμε να την σπρώξουμε λίγο μακρύτερα; Να μήν έχω κανένα φόβο;
-Και δεν πάμε μπάρμπα;
Πιάνονται πάλι από τον βράχο. Αυτή την φορά και οι δυό σπρώχνοντας.
Πρώτη τούμπα δεύτερη τούμπα και ο βράχος....αποφασίζει να κινηθεί αυτόνομα. Τους αποχαιρετάει και με ορμή κατηφορίζει και χάνεται πίσω από κάτι πουρναριές.
-Εντάξει τώρα Γιώργη. Δεν μας κούρασε. Πήγε μόνος του στη κατάλληλη μεριά. Πιο καλύτερα δεν γινότανε.
Φεύγοντας λέει ο γερο μυλωνάς:
-Δεν πάμε και μέχρι την νεροτριβή: Έχω ρίξει κάτι φλοκάτες. Να ειδώ μην γίνανε να τις βγάλω;
Κάνανε πέρα. Μπροστά ο γέρος και από πίσω το παιδί. Κάνει ο γέρος έτσι και πέφτει ξάπλα. Με τα χέρια και τα πόδια να μουντζώνει τον ουρανό.
-Σε πιστέψαμε. Σε λατρέψαμε. Σε προσκυνήσαμε. Σε ψάλλαμε. Σου ανάψαμε κεριά και λιβάνια. Τί άλλο σου χρωστάμε :
Το παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Φτάνοντας εκεί που ήταν ο γέρος ξάπλα,κοιτάζει κατά την νεροτριβή και τί βλέπει ;
Ο βράχος σφηνωμένος μέσα στο μεγάλο ξύλινο χωνί αγκαλιά με τις φλοκάτες και τις δόγες διαλυμένες.

Σήκωσε τον γέρο και κίνησαν να γυρίσουν στο χωριό.
Εκείνη την ώρα η καμπάνα του Ρούβαλη (σημερινή Νέα Χώρα0, χτύπαγε τις τέσσερες λυπητερες καμπανιές :
  "Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομε κατά πάντα και δια πάντα ! ! ! "


Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Χειμωνιάτικες μέρες στο Καστρί

Γράφει ο δάσκαλος από το Καστρί, Βασίλης  Ι. Κοσμάς 

Θυμάμαι τα παιδικά μου μαθητικά χρόνια στο Καστρί, ιδίως τα Γυμνασιακά και τα Λυκειακά (1964-1970). Πάντα τρεις με τέσσερις φορές κάθε χειμώνα έριχνε χιόνι, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο. Πάντως έριχνε πολύ περισσότερο χιόνι από ότι ρίχνει τώρα. Το ερώτημα πάντα ήταν: Θα κάνουμε μάθημα σήμερα ή θα το χάσουμε; Πηγαίναμε στο σχολείο εμείς τα κοντινά Καστριτάκια, όχι κι όλα μη νομίζετε. Αλλά πώς θα χάναμε το μάθημα αν υπήρχαν μόνο λίγες απουσίες; Έτσι οι μαθητές των γύρω χωριών είχαν σκαρφιστεί το εξής: Έρχονταν μέχρι τις παρυφές του σχολείου ή του Καστρίου αλλά δεν έμπαιναν στο προαύλιο. Οι μαθητές από τα Καράτουλα, την Ωριά και από τον Έλατο, μαζευόντουσαν και περίμεναν από κάτω από το σχολείο εκεί στου Παχωπού το σπίτι, στην ανηφόρα. Από τη Νέα Χώρα, τον Κότρωνα και την Περδικόβρυση μαζεύονταν κάτω από την πλατεία. Το ίδιο και τα Μισοραχιωτάκια. Από τον Άγιο Πέτρο τα λεωφορεία έρχονταν σχεδόν πάντα αλλά οι μαθητές δεν έμπαιναν στο προαύλιο. 

Περιμέναμε λοιπόν εμείς οι λίγοι οι συγκεντρωμένοι στο προαύλιο με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βγει ο Λυκειάρχης κάτι καλό να πει. Αργούσε και η αγωνία μας αλλά και η ελπίδα μας μεγάλωνε. Κάποτε γινόταν κι αυτό: "Ο Σύλλογος των καθηγητών αποφάσισε τη διακοπή των μαθημάτων για τρεις μέρες λόγω καιρικών συνθηκών. Πηγαίνετε όλοι στα σπίτια σας". Φωνές χαράς και τρεξίματα ακολουθούσαν. Και να τα κρυμμένα παιδιά από όλα τα χωριά έσκαγαν μύτη. Το μενού μετά είχε τα εξής: Χιονοπόλεμο στην πλατεία μέχρι τελικής πτώσεως και στήσιμο ενός τεράστιου χιονάνθρωπου, στολίδι της πλατείας κι αυτός. 

Και οι καθηγητές δεν ήταν βλάκες. Άλλο που δεν ήθελαν κι αυτοί. Σιγά μην καταλάβαιναν ότι οι μαθητές ήταν κρυμμένοι. Αλλά με το ζόρι να τους μπάσουν στο σχολείο; 

Γυμνάσιο - Λύκειο Καστρίου. Πέρασαν από εδώ χιλιάδες μαθητές και εκατοντάδες καθηγητές. Στα χρόνια της ακμής του, τα δικά μας χρόνια, έφτασε να έχει 280 μαθητές. Πόσα παιδιά έμαθαν γράμματα, πόσα σπούδασαν κι έγιναν επιστήμονες! 

Σήμερα μαθητές: μηδέν!
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Καλώς μας ήρθες 2021!!!

Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

Ένας χρόνος φεύγει. Ένας χρόνος έρχεται. Και τα φύλλα του ημερολογίου στροβιλίζονται αθόρυβα. Φτάνει ένα ανοιγόκλειμα των ματιών για να γίνει το παρόν παρελθόν. 

 Λες πως μόλις χθες πανηγυρίσαμε τον ερχομό του νέου χρόνου (2020) και σήμερα τον ξεπροβοδίσαμε για να δεχθούμε τον επόμενο. Τα 2021. Προσπαθούμε δε, με γλυκά και γλυκές ευχές να τον καλοδεχθούμε για να μας κάνει καλό ποδαρικό για να φέρει περισσότερες χαρές από τις πίκρες. 

 Μας έχει μάθει όμως η ζωή πως είναι μάταιη η επιθυμία αυτή. Γιατί εκεί που καρτερούμε την ανάσα της χαράς, καταφτάνει ο αβάσταχτος πόνος με το γεμάτο της πίκρας το ποτήρι. Και πάντα βρισκόμαστε μπροστά στο άγνωστο μέλλον. 

 Εκείνο που κρατάμε ζωντανό στο νου και την καρδιά είναι το παρελθόν που έχουμε ζήσει και γνωρίσει. Κάτι δε, τέτοιες χρονιάρες και ξεχωριστές μέρες περπατάμε νοσταλγικά στα παλιά και ξαναζούμε όσα μας έδωσαν φτερά στην νιότη αλλά και εκείνα που μας πότισαν φαρμάκι.

 Έτσι λοιπόν και εγώ σαν παιδί μιας άλλης ευλογημένης εποχής με λαχτάρα βρίσκομαι πολλές φορές εκεί. Δεν χορταίνω δε, να θαυμάζω εκείνους τους πολυτάλαντους εκλεκτούς Καστρίτες που μεθυσμένοι με την αγάπη του τόπου τους, ζούσαν σ’ αυτόν και γι αυτόν. Έχοντας δε, το ελληνικό φιλότιμο για στολίδι και την καστρίτικη λεβεντιά για δύναμη χάρισαν στον τόπο αυτό όλοι μαζί πιστά και αγαπημένα τους θησαυρούς της πίστεως, αίγλη και επιστήμη. Και σκόρπισαν αφειδώλευτα το κάλλος της ψυχής τους. Με το τραγούδι, το βιολί, το θέατρο, την γνώση δημιούργησαν εύλογα το θαύμα της ζωής τους που ακούει στο όνομα: Παλιό Καστρί. Αθάνατο στο διάβα της ζωής μας. Με τον ερχομό δε, του νέου χρόνου από εκεί ψηλά ακούγονται ψιθυριστά στα μύχια της κάθε Καστρίτικης καρδιάς, αυτών που έχουν την λαχτάρα να τους αφουγκραστούν. 

Μακάρι μάγοι να ήμασταν και να είχαμε και μάγια. Και μια Καστρίτικη ψυχή να σκόρπιζε τα μάγια. Να μαλακώνουνε οι καρδιές να αγαπηθείτε όλοι. Να ζει ο ένας για πολλούς και όλοι μαζί για έναν. Να κάνετε μαγευτικό το όμορφο Καστρί μας. Τον τόπο που αφήσαμε το πρώτο μας κλάμα. Τον τόπο που αγαπήσαμε και αγαπάμε πάντα. Να γίνει πάλι ξακουστό σ’ όλη την περιοχή μας. Όπως ήταν τα χρόνια τα παλιά της όμορφης της εποχής μας. 

Χρόνια πολλά και δημιουργικά 
Η αγαπητή φωνή Από Το παλιό Καστρί. 
Οι ευχές υπέροχες και καρδιακές. 
Μακάρι να γίνουν από όλους μας πιστευτές και αποδεκτές.








Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

80 χρόνια από το έπος του 40


Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

80 χρόνια από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
 
Όμως η εθνική μας περηφάνια για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν τότε ξεθωριάζουν όλο και περισσότερο. Και αφήνουν αδιάφορη την ελληνική ψυχή. Μόνο η εκκλησία μας γιορτάζει την γιορτή (την Σκέπη Της Παναγίας) κάθε χρόνο με μεγάλη τιμή. Οι χαρμόσυνες καμπάνες καλούν τα παιδιά της να ευχαριστήσουν με ευγνώμονα γονατιστή ψυχή την Τηνιακή μας Παναγιά. Εκεί που πληγωμένη απ τον τορπιλισμό του πολεμικού μας πλοίου Έλλη ανήμερα στην γιορτή της τον 15Αυγουστο, έγινε για άλλη μια φορά η υπέρμαχος Στρατηγός. Με τα παντοδύναμα αόρατα φτερά της σκέπασε και δυνάμωσε τα νηστικά παγωμένα και άοπλα παιδιά της και τα στεφάνωσε με της νίκης τα στεφάνια.

 Και εγώ γυρνώντας από την εκκλησία μετά τη θεία λειτουργία και τη δοξολογία πηγαίνοντας προς το σπίτι μου το βλέμμα μου περιδιάβαινε τα μπαλκόνια των σπιτιών για να χαρούν τη γαλανόλευκη σημαία μας. Όμως τα περισσότερα ήταν αστόλιστα και φτωχά. Και εγώ συνειρμικά βρέθηκα στους παλιούς δοξασμένους εκείνους καιρούς. Και σκέφτηκα. Αν μπροστά σου, λέω αν, περνούσε τρέχοντας μασκαρεμένος και λαχανιασμένος ο σημαιοφόρος τσολιάς κρατώντας με λατρεία ψηλά τη σημαία φωνάζοντας αέρα… και κάνοντας τους Ιταλούς λαγούς, εγώ αληθινά αληθινά τί θα είχα να πω στο βλέμμα του το επικριτικό;έτσι με βαριά καρδιά συνέχισα τα βήματά μου προς το σπίτι μου αφού άλλωστε η εθνική γιορτή είχε τελειώσει εκεί. Στη συνέχεια μπαίνω μέσα και άκεφη για οτιδήποτε άλλο παίρνω ένα φλιτζάνι καφέ και πέφτω στον καναπέ παρέα με τις αναμνήσεις μου. 

Ήταν φθινόπωρο σαν τώρα και έχουν μείνει τόσο ζωντανά όλα στο νου και την καρδιά. Και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Το πικροχάραμα εκείνης της σημαδιακής Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου, ένιωσα έντονα με τον παιδικό μου ψυχισμό το τρομερό γεγονός που μας διαλάλησαν οι χτύποι της Καμπάνας. Πόλεμος. Έχουμε πόλεμο. Και όλο το χωριό βρέθηκε στο πόδι. Όλοι νέοι, γεροί και παιδιά έτρεχαν και σαν τρελοί προς την πλατεία. Εκεί το μοναδικό ραδιόφωνο στο καφενείο μετέδιδε τον πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν: "Σήμερον ώρα 5:30 πρωινή οι Ιταλοί ζήτησαν από την πατρίδα μας να της παραδώσει τα ιερά και τα όσια. Την τιμή και την Ελευθερία της και ο κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς έδωσε τη, ηρωική ρωμαίικη απάντηση. Μία λέξη με τρία γράμματα αλλά με ψυχική δύναμη ατομικής βόμβας. Όχι. Έτσι η Ελλάς από σήμερον βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία"

Και το ηρωικό εκείνο, Όχι, έγινε τραγούδι και ο φθινοπωρινός αέρας το πήγε σε κάθε αιματοβαμμένη ελληνική γωνία και έκανε θεριό την κάθε ελληνική ψυχή και έφτασε και στο αγαπημένο μας Καστρί. 

Στην πλατεία ήταν όλοι εκεί. Οι λεβέντες χαιρετούσαν μανάδες γυναίκες παιδιά και τραγουδώντας ανέβαιναν στα φορτηγά χαρούμενοι λες και πήγαιναν σε πανηγύρι και οι γυναίκες μαζί με τα παιδιά και τους ανήμπορους χαιρετούσαν με βρεγμένα από τα δάκρυα μαντήλια και εύχονταν Η Παναγιά μαζί σας και με τη Νίκη. Όλοι τους δε, είχαν μεθύσει με την αγάπη της πατρίδας όπως τους είχε προτρέψει ο ελληνικός μας ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς: 
"τούτο το λόγο θα σας πω, 
δεν έχω άλλο κανένα,
 Μεθύστε με το αθάνατο 
κρασί του 21". 

 Μεθυσμένα δε, έτσι από τον πατριωτικό ενθουσιασμό όλα της Ελλάδος τα παλικάρια έφταναν στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, με απόφαση να τιμωρήσουν τον άνανδρο εχθρό. Και  έφτανε ως εκεί και η πύρινη προσευχή ολόκληρου του έθνους. 

Έτσι μαζί με την με την ακίνητη βοήθεια της Παναγιάς πέτυχε η Ελλάδα μας το θαύμα του 40. "Ένας λαός γονυκλινής προσεύχεται και ο στρατός προχωρεί προς τη νίκη" έγραφε μεταξύ άλλων ο Τίμος Μωραϊτίμης την 01/11/1940 στην εφημερίδα Έθνος. 

Τότε θυμάμαι κάθε απόβραδο στο Καστρί όλη η γειτονιά ήταν στον Άη Βλάση για την παράκληση στην Παναγία. Ακόμα ηχούν στα αυτιά μου τα γκουπ, γκουπ από τα κεφαλάκια των παιδιών στο δάπεδο που με το δικό τους τρόπο έκαναν την προσευχή τους στην Μεγαλόχαρη. Και ΕΚΕΙΝΗ έκανε το θαύμα της. Δεν άργησαν να ακουστούν πάλι οι καμπάνες. Τούτη την φορά όμως χαρούμενα για να αναγγείλουν τη νίκη: Πήραμε την Κορυτσά, τους Αγίους Σαράντα κλπ. Και η χαρά και υπερηφάνεια όλο και μεγάλωναν από τα δάφνινα στεφάνια. Όμως μεσολάβησαν από τότε τόσα πολλά και έχουν γίνει όλα τόσο διαφορετικά. 

Όμως οι δοξασμένες μνήμες του 40, όπως οι άλλες, ας παραμένουν ζωντανές και ας πάψουμε να μένουμε αδιάφοροι και ξένοι προς αυτές. Ας οδηγήσουμε ξανά τα βήματά μας στη σχολή του ηρωισμού και της Θυσίας. Έτσι θα νιώσουμε ποιοι είμαστε και ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Μακάρι να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια που μας πικραίνουν για να μεγαλώσει η αγάπη. Η αγάπη που γεμίζει φως και γαλήνη την ψυχή και κάνει ένα έθνος να Μεγαλουργεί.
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Σαν παραμύθι .... Τρεις σκέψεις, τρεις ιστορίες από την δασκάλα μας Αρετή Αναστοπούλου


1.  Η καρδιά της όμορφης Κατερίνας μπαλάκι στα χέρια του άκαρδου πατέρα της. 

Ένα καλοκαίρι πριν χρόνια βρέθηκα σ’ ένα πανηγύρι του χωριού μου και μια στιγμή βλέπω ένα όμορφο κορίτσι να τρέχει προς το μέρος μου. Έπεσε η μια στην αγκαλιά της άλλης. Είχαμε καιρό να ειδωθούμε. Εκείνη στο διπλανό χωριό και εγώ μακριά στην Αμυγδαλιά. Στο χέρι έλαμπε μια ολόχρυση βέρα. Φαινόταν θλιμμένη. Από τα μεγάλα της μάτια δύο δάκρυα αυλάκωσαν τα δροσερά μάγουλά της. Με παίρνει από το χέρι και με φέρνει κάτω από ένα δέντρο μακριά από το χορό και τον κόσμο. Μου είχε μεγάλη εμπιστοσύνη και δεν άργησε να εξομολογηθεί την απίστευτη ιστορία της.

-Ο γάμος μου Αρετή έχει γίνει πριν ένα μήνα. Αλλά όπως βλέπεις ο άνδρας μου λείπει. Είναι στην Αμερική. Άκουσε πως εξελήχθηκαν τα γεγονότα και ίσως σου θυμίσουν κινηματογραφική ταινία. Ήταν Κυριακή. Μπαίνοντας ο πατέρας από την αγορά στο σπίτι μου λέει με νόημα.
«Κατερίνα ήρθε ο Ηλίας από την Αμερική»
 Κατάλαβα αμέσως τον συλλογισμό του και του απαντώ. «Ναι αυτός είναι πλησιάζει τα 50 και εγώ είμαι μόλις 23. Αυτός μπορούσε να ήταν και πατέρας μου.»
 Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Όμως εμένα με έτρωγε η αγωνία.
Το απόγευμα της επομένης μέρας ήμουν στον κήπο και μάζευα χόρτα. Όταν ακούω την φωνή της μητέρας μου να με καλεί.
«Κατερίνα έλα σε θέλει ο πατέρας σου.
Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Κάτι με εμπόδιζε να μπω. Ίσως και η προαίσθησή μου. Τελικά βρίσκομαι απέναντι στον δήμιο πατέρα μου.
«Ξέρεις Κατερίνα σ’ αρραβώνιασα με τον Ηλία. Να ζήσετε και σκύβει να μου δώσει το φιλί του Ιούδα. Φίλησε και εσύ τον αρραβωνιαστικό σου ακούγεται χαρούμενος. Με ξέχειλα τα χείλη από πίκρα και τα χέρια με χώματα και πρασινάδες και τα ρούχα του σπιτιού έσπευσα να εκτελέσω την διαταγή του.
Αυτό έγινε την Δευτέρα. Την Τρίτη πήγαμε στην Τρίπολη για βέρες και τα του γάμου. Την Κυριακή έγινε ο φημισμένος γάμος. Αγωνίστηκα λοιπόν την πιο ευτυχισμένη!!! ημέρα της ζωής μου να φαίνομαι χαρούμενη. Όταν όμως μετά τον γάμο μπήκαμε στο ταξί και πήραμε το δρόμο για την Τρίπολη και έπεσε η αυλαία του δράματος ξέσπασα σε λυγμούς. Ο Ηλίας βρέθηκε σε αμηχανία. Και προβληματίστηκε σοβαρά.
«Κατερίνα άρχισε να με παρακαλεί. Γύρισε πάλι στο σπίτι σου. Δεν έπρεπε να σε πάρω με το ζόρι. Έφταιξε και ο χρόνος που μας πιέζει. Αύριο είναι η τελευταία ημέρα. Πρέπει να φύγω για την Αμερική και από εκεί να σου στείλω πρόσκληση. Λυπάμαι πολύ. Σκέφθηκα σαν παιδί. Συγχώρεσέ με. Γύρνα κοριτσάκι μου πάλι πίσω και εγώ θα πάρω την ευθύνη πάνω μου.»
« Τώρα, Ηλία, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Δεν ξέρεις καλά εσύ τον πατέρα μου»
Πράγματι την μεθεπόμενη του γάμου μας έφυγε.
Τώρα περιμένω την πρόσκληση. Πώς σου φαίνεται ο γάμος μου Αρετή; Δεν μπορώ να τον πω παραμύθι, επειδή μοιάζει σαν ψέμα γιατί τα παραμύθια τελειώνουν όμορφα. Και συνέχιζε να κλαίει. «έλα Κατερίνα μου, θα ζήσετε καλά και όλα τα εξελιχθούν όμορφα», μπόρεσα να της πω ενώ ένας κόμπος ανέβαινε στον λαιμό μου.
Και όμως όλα έγιναν περίπου όπως τα πρόβλεψα.
Τα μηνύματα που έπαιρνα ήταν σχετικώς καλά. Ήρθαν και τα παιδιά και δημιουργήθηκαν καινούρια ενδιαφέροντα. Αλλά και ο Ηλίας είχε χρυσή καρδιά και αναπλήρωνε κάπως τα κενά. Όμως η πρώτη οδυνηρή εμπειρία έμεινε χαραγμένη στην καρδιά της Κατερίνας και ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχάσει την αδικαιολόγητη και εγκληματική στάση του πατέρα της.
«Δεν μπορώ να πω πώς δεν ήθελε το καλό μου. Τόσο μπορούσε, τόσο καταλάβαινε.» μου εκμυστηρευόταν αργότερα.
Άλλες εποχές και άλλα εκείνα τα χρόνια....



2. Η κρίση σήμερα και χθες

 Είναι απόβραδο. Μόλις έχουν τελειώσει οι ειδήσεις. Και όπως κάθε φορά κουβαλάνε την απελπισία και δημιουργούν ψυχοσωματικά ερείπια. Έτσι η οικονομική κρίση μα πιο πολύ η ηθική, η πνευματική και η ψυχολογική όλο και βαθαίνουν.

Και εγώ καθισμένη σε κάποια καρέκλα της βεράντας του σπιτιού μου έχοντας παρέα τις σκέψεις μου, περπατώ στο χθες και θυμάμαι.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν είναι η πρώτη φορά που ο πολυβασανισμένος αυτός τόπος έχει γνωρίσει την αδικία των ισχυρών της γης αλλά και κάποτε τις συνέπειες της δικής τους αστοχίας.

Πριν μερικά χρόνια η πατρίδα μας έβγαινε καταπληγωμένη από τις απανωτές συμφορές της. Πόνος, φτώχεια, στέρηση, ανεργία ήταν το σκηνικό της ζωής μας. Όμως τότε οι πατέρες μας και οι παππούδες μας, εκτός εξαιρέσεων, έκρυβαν έναν όμορφο ψυχικό κόσμο. Διέθεταν μαζί με την δίψα της ειρηνικής ζωής το μεγάλο δώρο της αγάπης και της αδερφοσύνης. Έπειτα ολόκληρη την ζωή τους την είχαν ακουμπήσει στα πόδια του Θεού. "Πόσα παιδιά έχεις θεία Γιώργαινα; Δέκα του Θεού παιδάκι μου". Έπειτα ήταν ολιγαρκής. Τους έφταναν τα παπούτσια και τα απλά ρούχα της εκκλησίας, όπως έλεγαν. Όταν είχαν εξασφαλίσει το ψωμί, το λάδι και το κρασί της χρονιάς ήταν ευχαριστημένοι. Ήσαν απλοί και έλεγαν" Δόξα τω Θεώ" για τα υπόλοιπα. Γι αυτούς η ευτυχία ήταν φθηνή και την έβρισκαν σε μικρά και μηδαμινά πράγματα. Και τα χαίρονταν όλοι μαζί αγαπημένοι.

Δυστυχώς όμως στην πορεία μεσολάβησαν πολλά ξενόφερτα και ξένα προς την Ελληνορθόδοξη παράδοσή μας και σιγά σιγά φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Και το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Ούτε είναι μπορετό το σκοτάδι να αντικατασταθεί από το ΦΩΣ.

Μακάρι να αποφασίζαμε να δανειστούμε λίγο από τον ψυχισμό των ευλογημένων εκείνων ανθρώπων. Ας ανάψουμε ο καθένας από μας ένα κεράκι για να φωτίσει λίγο το χωριό μας και το περιβάλλον μας.

 Κάποιος μεγάλος Άγιος είχε πει: "όταν ειρηνεύσεις εσύ, τότε θα δεις όλοι γύρω σου να ειρηνεύουν". Μακάρι γιατί ποτέ δεν είναι αργά. Και τίποτε αδύνατο. Έπειτα το έχουν αποδείξει οι Έλληνες. Όταν θελήσουν ΜΠΟΡΟΎΝ. Και ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΟΥΝ.



3. 25η Μαρτίου (εθνική γιορτή ή αργία;) 
Την σημερινή εποχή της πολυπρόσωπης αλλαγής πολλοί θεσμοί θεωρούνται ξεπερασμένοι και αναχρονιστικοί. Ολοένα και λιγότερες αφίσες με ήρωες της επαναστάσεως του 1821 στα Δημοτικά σχολεία. Όσο για τα Γυμνάσια και Λύκεια ελάχιστοι καθηγητές αναφέρονται σ’ αυτούς. Δυστυχώς οι μαθητές την εποχή αυτή αναζητούν άλλα πρότυπα που δεν έχουν σχέση με εκείνους τους ένδοξους ήρωες που δίνοντας τα πάντα κατόρθωσαν να φέρουν την άνοιξη στην πατρίδα μας, μέσα στο καταχείμωνο της τουρκικής τυραννίας. Και διώχνοντας το χειροπιαστό σκοτάδι της σκλαβιάς, μας χάρισαν τον ζωογόνο ήλιο της λευτεριάς . Υπάρχουν βέβαια μερικά σχολεία και εκπαιδευτικοί που κρατούν ψηλά την σημαία της πατρίδας μας.

Όμως όπως και να έχει το θέμα παλιά οι γιορταστικές εθνικές εκδηλώσεις ήταν πολύ ζωντανές. Νόμιζε κανείς πως ήταν μαζί τους και οι ήρωες στα γνωστά τους λημέρια και γεγονότα και είχαν ψυχική επικοινωνία μαζί τους.

Και τώρα μια μικρή μεταφορά σε εκείνους τους υπέροχους και από πολλούς λησμονημένους καιρούς. Βρισκόμαστε στις αρχές της 10ετίας του 1960. Τότε υπηρετούσα σ’ ένα κεφαλοχώρι στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Το σχολείο ήταν 6ο και είχε 600 περίπου μαθητές. Και ήταν παραμονή της 25ης Μαρτίου.

Απεφασίσθη από το σύλλογο των δασκάλων το εωθινό (πρωινό ξύπνημα) να γίνει με τους μαθητάς των ανωτέρων τάξεων. Θα συνόδευαν τα παιδιά οι τρεις δασκάλες που μόλις είχαν διορισθεί. Η έναρξη ορίσθη η 6η πρωινή. Μέσα στον ύπνο μας ακούμε από τους μαθητές που ήταν συγκεντρωμένοι κάτω από το σπίτι το εμβατήριο:
Ξυπνάτε με τ’ αγέρι της αυγής. 
Και η μούσα μας χαρούμενη προσμένει 
να ψάλουμε όλοι την νύχτα αυτή. 
Τη δόξα την δαφνοστεφανωμένη...

Αληθινά τα λόγια τα γεμάτα Ελλάδα, αλλά και οι σάλπιγγες και τα τύμπανα σήκωναν τους νεκρούς από τον τάφο. Ούτε ξέρω σε πόσα λεπτά βρεθήκαμε ανάμεσα στα παιδιά. Ούτε κοιτάξαμε το ρολόι το οποίο έδειχνε 5η ώρα την αυγή. Σαν ένας άνθρωπος με απίστευτη τάξη αρχίσαμε να περιδιαβαίνουμε τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια, τα οποία διακόπτονταν από επίκαιρα συνθήματα και υπέροχα ακούσματα από τις σάλπιγγες και τα τύμπανα:
Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά,
 στους βράχους πέφτει χιόνι 
Στα έρημα τα σκοτεινά 
στες τραχιές πέτρες τα στενά 
Ο κλέφτης ξεσπαθώνει..
 Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί 
στο μαύρο του μαχαίρι 
Ξέρει να ζήσει με τιμή 
και να πεθαίνει ξέρει

 Εν τω μεταξύ, οι κάτοικοι βγήκαν στα παράθυρα και τους δρόμους και καταχειροκροτούσαν. Κάποτε φτάσαμε στην πλατεία του χωριού. Ακόμη δεν είχε δώσει η αυγή την θέση της στου ήλιου τα φιλιά. Καιρός για λίγο χορό. Όλοι στο λεπτό βρεθήκαμε σε κύκλους και ο χορός άρχισε και φούντωσε. Με κόπο σταματήσαμε κάποτε τα παιδιά αλλά και τους κατοίκους οι οποίοι είχαν μπει στο χορό γιατί έπρεπε να ετοιμασθούμε για τον εκκλησιασμό και το υπόλοιπο εορταστικό πρόγραμμα. Ένα πρόγραμμα καταγεμάτο με μικρά χρονικά διηγήματα. Για να κλείσει αργά το βράδυ με τα γνωστά δράματα: ο Αθανάσιος Διάκος, το Μεσολόγγι, ο χορός του Ζαλόγγου κλπ

Έτσι δάσκαλοι, μαθητές και σύσσωμο το χωριό τραγουδώντας φτάσαμε στα σπίτια μας ξέχειλοι από πατριωτικό ενθουσιασμό.

Καμία σύγκριση με κείνες τις γεμάτες Ελλάδα και ευγνωμοσύνη στου εθνικούς μας ήρωες εκδηλώσεις, με τις σημερινές άτονες και ανύπαρκτες.
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

"Άνθισε πάλι η αμυγδαλιά" και "Ιστορίες που φέρνουν γέλια από τα πολύ παλιά."

Δυο κείμενα της καστρίτισσας δασκάλας, Αρετής Καβάσαλη Αναστοπούλου


Άνθισε πάλι η αμυγδαλιά 

Άνθισε πάλι η αμυγδαλιά και ας δείχνει το ημερολόγιο πως βρισκόμαστε στου χειμώνα την καρδιά. Άνθισε πάλι η αμυγδαλιά και ο βοριάς φυσομανά και γύρω βασιλεύει η παγωνιά. Των δέντρων τα κλαδιά κουρασμένα από την μόνιμη σχεδόν σκουρόχρωμη του ουρανού την φορεσιά, αποζητούν του ήλιου το θερμό χαμόγελο να τους ζεστάνει το λευκό τους αίμα για να ντυθούν να ομορφύνουν να καρπίσουν. Και ενώ σε αυτό τον μελαγχολικό χειμωνιάτικο πίνακα όλο και κάποια μελανιά πινελιά απρόσκλητη πηγαίνει η τολμηρή αμυγδαλιά υψώνει το λάβαρο της ελπίδας. Με αποτέλεσμα ν’ αλλάξει την διάθεση σε όσους έχουν μάτια να βλέπουν. Στην συνέχεια στέλνει με το φτερωτό χελιδόνι, παραγγελιά στην κυρά- Άνοιξη πως είναι πια καιρός να ξεκινήσει. Στα μελίσσια που πονά δίνει το μέλι της καρδιάς της , και σε όλα γύρω χαρά και απαντοχή. Αδιαφορεί για τον ποιητή που κάποτε την είχε πει τρελή. Αλλά και για του βοριά την παγωνιά που καμιά φορά της θυμώνει και της τσαλακώνει την νυφική της φορεσιά. Εκείνη ένα έχει στον νου της και την καρδιά: Να δώσει σ’ όλα ζωή και να σκορπίσει το χαμόγελο της ελπίδας και της χαράς. Και το πετυχαίνει. Ποιος όμως της δίνει την δύναμη αυτή; Πάντα πίσω απ΄ τα δημιουργήματα υπάρχει ο δημιουργός. Κάποτε κάποιος την ρώτησε αν υπάρχει Θεός και ‘κείνη ανθοφόρησε. Και κάτι ακόμη. Η αμυγδαλιά, η ομορφιά της τόλμης μέσα στο Φλεβάρη μας δίνει μαθήματα θάρρους όπως και ελπίδας. Πετώντας τους ανθούς του χαμόγελου μας προτρέπει να μην κιοτεύουμε, να προχωρούμε να νικάμε. Ας ακούσουμε την λουλουδένια της σιωπή.


---------------------------------------------------------------------

Ιστορίες που φέρνουν γέλια από τα πολύ παλιά. 

Αξύριστος ήρθες άντρα μου; Σε πολλές περιπτώσεις ο πάντα ευχάριστος Γιώργος όταν πρόκειται για κάτι ψεύτικο πέταγε ένα: Αξύριστος ήρθες άντρα μου; Προκαλώντας τα γέλια σε όσους ήξεραν την απίστευτη παλιά ιστορία. Στο άκουσμά της ίσως αλλάξουμε διάθεση που μας χρειάζεται. Μια μέρα λοιπόν απόγευμα η Βαγγελιώ ήταν στο σπίτι με τα μικρά της. Κάποια στιγμή χτυπάει η πόρτα και μπαίνει μέσα η γειτόνισσα τους η Βασίλω αναστατωμένη. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί και βγάζει ένα βαθύ αναστεναγμό. Δεν έκρυβε την στεναχώρια της και μπαίνει αμέσως στο θέμα τούτο που ‘παθα Γιαννού; Δεν θα το πω ούτε του παπά. Όμως σε σένα θα το ομολογήσω, αλλιώς θα σκάσω. Σε βλέπω που είσαι σκασμένη και ανησυχώ, την συμπόνεσε η Γιάννου. Και κείνη συνέχισε ανυπόμονα. « Το κοντομεσήμερο Γιαννού μου γύρισε ποια λες από το χωράφι μετά κόπου; Πήρε μια μπουκιά ψωμί με δυο ελιές και πήγα στο κατώι να ταΐσω το γουρούνι. Κάπως δίψασα και είπα να πιω από το βαγένι μια γουλιά κρασί. Όμως φαίνεται το παρατράβηξα, καθώς ήμουν αποσταμένη και ξαφνικά με παίρνει ο ύπνος. Η Γιαννού άκουγε με ενδιαφέρον περιμένοντας να μάθει γιατί όλη αυτή η ταραχή. Φαίνεται που λες πως τα ζωντανά ξέρουν να συμπονούν. Καθώς το γουρούνι με έβλεπε να έχω σωριαστεί εκεί σαν πεθαμένη ήρθε κοντά μου και άρχισε να με σκουντά. Για μια στιγμή νιώθω την μούρη του στο πρόσωπό μου και μέσα στο βαθύ μου λήθαργο άρχισα να μονολογώ: Αχ Πάνο μου αξύριστος μου ήρθες; Γιατί τόσα γένια Πάνο μου; Πήγαινε να ξυριστείς και μετά τα βρίσκουμε. Και δος του πάλι απ’ την αρχή. Αχ! Πάνο μου!! Μέχρι που κάποια στιγμή συνήλθα και ντράπηκα τον εαυτό μου. Ξέφυγα Γιαννού μου από το σωστό δρόμο αλλά για τελευταία φορά. Σιώπα καημένη την καθησύχασε η φιλενάδα της. Και εγώ φοβήθηκα ότι σου συνέβη κάτι κακό. Έλα τώρα Βαγγελιώ φτιάξε μας ένα καφεδάκι να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Είπανε πολλά οι φιλενάδες εκείνο το απόγευμα και χώρισαν ευχαριστημένες. Όμως η ιστορία της Βασίλως περπάτησε και έφτασε ως εμάς. Ίσως γελάσουμε και εμείς.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Η πρόσκληση της ξενιτειάς του Γιώργου και η πρόσκληση της καρδιάς του Πέτρου.

Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα και συγγραφέας Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου

Ιούλιος μήνας. Είναι η καρδιά του καλοκαιριού. Σάββατο βράδυ στην πλατεία του χωριού και στο γνωστό καφενείο. Η παρέα μεγάλη με τον ερχομό των ξενιτεμένων. Είμαστε όλοι χαρούμενοι. Και είμαστε όλοι οι νέοι μιας άλλης εποχής. Έτσι αναπολούμε και ξαναζούμε. Μα πιο πολύ οι ξενιτεμένοι μας. Ο καθένας κάτι θέλει να πει απ' τα παλιά. Έτσι έγινε και εκείνη την βραδιά. Είχαμε πετάξει όλα τα βαρίδια του χρόνου και μας είχε αγγίξει για λίγο η δροσιά της νιότης. Μιλούσαμε απλά και άδολα όπως τότε. Θυμόμαστε αστεία γεγονότα, όμορφες σκηνές απ' τα πανηγύρια και τους γάμους.

Αλήθεια είναι ν' απορεί κανείς πότε πέρασαν τόσα χρόνια και άλλαξε τόσο πολύ η ζωή μας, παρατήρησε ο Γιώργος ξαναφέρνοντάς μας στην σκληρή πραγματικότητα. Λες και ήταν χθες που πήρα τον άχαρο δρόμο της Αμερικής. .... Και φεύγοντας πήρες μαζί σου μια πονεμένη ρομαντική ιστορία συμπλήρωσα. Αχ Αρετή….. τί μου θύμησες τώρα! Μου έβγαλες απ' το ντουλάπι της μνήμης μου την πιο όμορφη ιστορία της νεανικής μου ζωής. Με χαρά λοιπόν την ξαναδιαβάζεις και με ευχαρίστηση την ακούμε παρακάλεσα. Έλα Γιώργο καιρός να σε ακούσουμε είπαμε όλοι της παρέας.

Ο Γιώργος σηκώνοντας το φλιτζάνι του κατάπιε μια γουλιά καφέ, ανακάθισε στο κάθισμά του και αρχισε με κρυφή συγκίνηση να ξεδιπλώνει το όμορφο κομμάτι της ζωής του. Αγαπητοί μου, όταν ήταν η εποχή που μόλις είχα γυρίσει απ' τον στρατό και ήμουν μόλις 23 ετών. Τότε υπήρχε σε όλους, όπως ξέρετε, τους γονείς και τους νέους ο προβληματισμός για κάποια οικονομική διέξοδο. Άρχισε να θυμίζει το γνωστό ο Γιώργος και συνέχισε. Έτσι μόλις άνοιξε η πόρτα της ξενιτιάς άρχισε να καταπίνει την δροσιά του τόπου μας. Τα νιάτα του χωριού μας. Τότε και εγώ μόλις εξασφάλισα την πολυπόθητη πρόσκληση τρέχω μια και δυο σ’ ένα γραφείο στην Αθήνα για να κανονίσω τα του εισιτηρίου. Υπεύθυνη του γραφείου ήταν μια όμορφη κοπέλα. Και καθώς με ενημέρωνε για τα δικαιολογητικά έβγαζε προς τα έξω μια συμπάθεια σαν να γνωριζόμαστε καιρό και έδινε την εντύπωση πως ήταν περιττό το εισιτήριο αυτό. Όμως δεν σας κρύβω πως και εγώ έπειτα από την όμορφη παρουσία της και το λεπτό της τρόπο δεν έμεινα ανεπηρέαστος. Όμως μπόρεσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και είπα στον εαυτό μου: Γιώργο άφησε αυτά που σκέφτεσαι! Έχεις τραχανά απλωμένο όπως λέει ο λαός μας. Έτσι χαιρέτισα τυπικά και έφυγα φανερά αδιάφορος αλλά εσωτερικά βαθιά επηρεασμένος. Όμως σταθερά αποφασισμένος να φύγω το γρηγορότερο. Την καθορισμένη μέρα και ώρα βρέθηκα ξανά στο γραφείο της να πάρω το εισιτήριο. Εκεί με περίμενε μια έκπληξη. Σε μια καρέκλα δίπλα της καθόταν ένας ευπαρουσίαστος κύριος γύρω στα 55-60 ετών. Τον άκουσα να μου απαντάει στον χαιρετισμό μου. Καλώς τον Γιώργο. Κάθισε παιδί μου. Εγώ φυσικά απευθυνόμενος στην υπεύθυνη του γραφείου της έδωσα τα δικαιολογητικά. Τότε πήρε τον λόγο ο κύριος και μου είπε: Γιώργο με συγχωρείς που επεμβαίνω στην ζωή σου. Όμως το κάνω για το καλό της κόρης μου. Είμαι ο πατέρας της Νίκης και στρέφοντας το κεφάλι του προς την κόρη του συνέχισε... «Επειδή είναι ώρα που το γραφείο κλείνει αν ήθελες να συνεχίσουμε στο διπλανό ταβερνάκι. Εκεί θα έχουμε όλο τον χρόνο δικό μας να μιλήσουμε με την ησυχία μας.» Στο διάστημα αυτό η κόρη του παρακολουθούσε παρακλητικά και ευχάριστα. Σκέφτηκα να δώσω αμέσως αρνητική απάντηση, όμως είχαν τόση ευγένεια τα λόγια του που με αφόπλισαν. Δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Το ταβερνάκι απλό. Η παρέα πολύ φιλική. Παρόλο αυτά όμως αισθανόμουν αμήχανα. Όμως ο κ.Πέτρος δεν άφησε πολύ αυτό το παράξενο κλίμα.

–Γιώργο, άρχισε να μιλάει μ’ αυτό τον καλοσυνάτο τόνο, μίλησέ μας για σένα, πώς ήταν η ζωή σου στο στρατό; Επειδή υπηρέτησα στην Κορέα είχα κάτι διαφορετικό να πω. Άκουγαν με ενδιαφέρον. Όμως ο κ.Πέτρος σε μια στιγμή με διέκοψε και άρχισε να μου λέει κάτι που φανταζόμουν. «Γιώργο το απόγευμα εκείνο που πήγες στο γραφείο η κόρη μου ζήτησε να με δει ιδιαιτέρως. Το κάνει αυτό γιατί εκτός από πατέρας της είμαι έμπιστος φίλος της. Έτσι πολλές φορές αισθάνεται την ανάγκη να ξεδιπλώσει την καρδιά της σε μένα. Την άκουσα όπως πάντα με ενδιαφέρον.

- Πατέρα, μου λέει, σήμερα εκτός των άλλων ήρθε και ένας νέος να βγάλει εισιτήριο για κάποια πόλη της Αμερικής. Και άλλες φορές, Γιώργο, μου έχει εκμυστηρευτεί κάτι παρόμοιο, όμως εκείνο ήταν κάτι νεανικό και φευγαλέο όπως συμβαίνει σε όλα τα νιάτα. Όμως τούτη την φορά είναι κάτι το δυνατό που οδηγεί στο γάμο. Δεν ξέρω παιδί μου ποια θα είναι η δική σου απόφαση.»

Η Νίκη που παρακολουθούσε σιωπηλή δεν μπορούσε να κρύψει την μεγάλη της αγωνία.

-Και εγώ κύριε Πέτρο από την πρώτη στιγμή συμμερίστηκα τα αισθήματα της κόρης σας. Θα ήθελα το όνειρο που ζω από προχθές να γίνει πραγματικότητα. Όμως ο δρόμος του γάμου για μένα είναι κλειστός. Έχω 4 αδερφές να βοηθήσω να παντρευτούν. Έτσι ο γάμος μου, που αυτή την στιγμή φαίνεται ανθόσπαρτος ό,τι και να γίνει εκ μέρους σας, στο μέλλον θα δημιουργήσει προβλήματα και αδιέξοδα στην προσωπική μας ζωή.

-Σε συγχαίρω παιδί μου γι αυτόν τον όμορφο ψυχικό κόσμο που κρύβεις μέσα σου. Σου εύχομαι από καρδιάς να ευτυχίσεις όπου και αν πας. Και η Νίκη με σπασμένη φωνή: Γιώργο καλή τύχη και από μένα.

Με κόπο μπόρεσα να προσθέσω: «Ας μείνει αυτή η βραδιά μια όμορφη ανάμνηση». Και αποχώρησα φανερά θλιμμένα.

Όλα πια είχαν γίνει παρελθόν. Ωστόσο η ευχή της βγήκε αληθινή. Αγωνίστηκα στην ζωή μου και με την βοήθεια του Θεού βοήθησα το σπίτι μου και τον εαυτό μου. Ένιωσα στιγμές ευτυχίας αφού η υπέροχη γυναίκα μου, μου γέμισε την καρδιά και μου χάρισε τρία χαριτωμένα παιδιά.

Έτσι έκλεισε την όμορφη ιστορία ο Γιώργος και χωριστήκαμε όλοι οι φίλοι κουβαλώντας πολλοί από μας μια παρόμοια ιστορία στην ζωή μας
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Για την επέτειο του ΟΧΙ

Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα και συγγραφέας Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου

 Αναφερόμαστε σε εκείνη την εποχή που η Πατρίδα μας βρισκόταν στην δίνη του πολέμου. Και είχε μεταβληθεί σ’ ένα στρατόπεδο προσευχής. «Ένας λαός γονυκλινής προσεύχεται κι ένας στρατός προχωρεί» έγραφε ο Τίμος Μωραϊτίδης στην εφημερίδα Έθνος (21-11-1940). Και ο Άγγελος Τερζάκης κάπου αλλού αναφέρει: ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μια γυναίκεια μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, ελαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζαν. Ήταν η Μάνα. Η λαβωμένη της Τήνου. Η Υπέρμαχος Στρατηγός. Έτσι έπαιρναν δύναμη και κατόρθωναν τα ακατόρθωτα.

 Στην συστράτευση λοιπόν αυτή της προσευχής της Ελλάδας από κοντά και το χωριό μας και η γειτονιά μας... Κάθε βράδυ μικροί και μεγάλοι έβγαιναν στο σκοτάδι και με το φως της καρδιάς, την ελπίδα, έφταναν στην αγκαλιά της εκκλησίας του Αϊ -Βλάση. Εκεί γονατιστοί πάνω σε κουρελού με το λιγοστό φως των καντηλιών παρακαλούσαν ολόθερμα την Παναγία : « Πάντων προστατεύεις Αγαθή…», « Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι…», «το Κύριε ελέησον». Τα έψαλλαν σαν τα πουλιά τα μικρά παιδιά. Στην συνέχεια γκουπ γκουπ τα κεφαλάκια τους πάνω στην κουρελού έκαναν τις δικές τους μετάνοιες. Ώρες θεϊκής εξάρσεως και ψυχικής ανατάσεως.

Θα έλεγε κανείς πως απ’ όλη την Ελλάδα εκείνοι οι λυγμοί της προσευχής και της παιδικής κραυγής μαζί με το λιβανωτό ανέβαιναν ψιλά και έφταναν στης Παναγιάς την καρδιά. Και Εκείνη θλιβόταν και έλιωνε από τον πόνο και την αδικία και παρακαλούσε και ζητούσε από τον Κύριο και Θεό της το θαύμα. Και ο Χριστός της το έδωσε και Εκείνη μας το χάρισε.

Και το χαρήκαμε και το ζήσαμε οι Έλληνες έντονα για πολλά χρόνια.

Όμως σιγά σιγά και από διάφορες αιτίες με τον καιρό ξεθώριασε εκείνος ο ενθουσιασμός και ξέφτισε η ευγνωμοσύνη στην Παναγία και τους ήρωες. Έτσι κάθε χρόνο αυτό που γιορτάζουμε φαίνεται όλο και πιο μακρινό, για πολλούς από τους Έλληνες. Πολλοί αδιαφορούν ακόμη να στολίσουν τα σπίτια τους εκείνη την ημέρα της εθνικής μας γιορτής με την γαλανόλευκη που πάντα έφερνε ρίγη συγκινήσεως και δάκρυα στα μάτια.

Έτσι αισθανόμαστε ανάμεικτα αισθήματα υπερηφάνειας για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν τότε αλλά και κάποια απογοήτευση για την σημερινή κατάσταση.

Μακάρι να γυρνούσαμε για λίγο στα παλιά και να αφουγκραζόμασταν την ψυχή των πατέρων και των παππούδων μας. Τότε ίσως γιορτάζαμε τις εθνικές μας γιορτές περισσότερο ελληνικά όπως τους αξίζει και έχουμε ιερή υποχρέωση. Μακάρι.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Το άνοιγμα των σχολείων ζωντανεύει μνήμες που δεν λένε να σβήσουν

Και μένουν ολοζώντανες στις καρδιές και ας έχουν περάσει χρόνια και χρόνια. Και θυμίζουν εκείνη την εποχή, εκείνο το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς .

 Και ήταν αρχή της σχολικής χρονιάς τότε σαράντα παιδιά αγόρια και κορίτσια γεμάτα ζωντάνια παρόλη την φτώχια, με ξέχειλη την καρδιά από χαρά παρόλη την δυστυχία του πολέμου και την κόλαση του εμφυλίου που κουβαλούσαν ακόμη μέσα τους , άνοιξαν διάπλατα την πόρτα του σχολείου και της καρδιάς τους για να δεχθούν την καινούργια τους δασκάλα.

Και ήταν και εκείνη κοντά στην ηλικία με τα παιδιά. Με δυο λαμπερά μάτια γεμάτα αγάπη και προσφορά. Και το γλυκό της χαμόγελο αγκάλιαζε μεγάλους και παιδιά. Και θα γινόταν από κείνη την ημέρα και για πάντα ένας άνθρωπος απ’ αυτούς. Μα προπάντων ένας άνθρωπος γι’ αυτούς. Ένας άνθρωπος που έπρεπε να παλέψει για να τους μεταδώσει μαζί με τις γνώσεις της σαν δασκάλα προ πάντων να τους χαρίσει Χριστό και Ελλάδα. Πίστη στο Θεό και ελπίδα στην ζωή τους.

Και χρειάζονταν μεγάλος αγώνας για την αγωγή αυτή των μαθητών. Αλλά να βοηθήσει και γενικότερα τον κουρασμένο ψυχικά άνθρωπο του χωριού. Ευτυχώς είχε αποκτήσει τ’ απαιτούμενα προσόντα και τα διέθετε απλόχερα όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Ήταν σοβαρή και μεγάλη. Και άλλοτε μικρή και έπαιζε, τραγουδούσε, γελούσε, χόρευε με τα παιδιά. Μοιράζονταν μαζί τους , τους χαρές και τις λύπες τους. Ήταν χαρούμενη στις επισκέψεις στα σπίτια, στις εκδρομές, στις εορτές, στα πανηγύρια του χωριού.

Ακριβή ήταν τ’ όνομά της.

Και όσα χρόνια και αν περάσουν μένει ανεξίτηλα χαραγμένη η μορφή της στις καρδιές των παιδιών της για να μιλά και να θυμίζει στις γενιές τις επόμενες πόση δροσιά και δύναμη κρύβει η καρδιά του Έλληνα δασκάλου.

Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Μνήμες που ζουν για να θυμίζουν και να προβληματίζουν..... Ο Νίκος, η Ρένα και το τριαντάφυλλο

Η φωτογραφία είναι από την ταινία "ΝΥΦΕΣ"
του Παντελή Βούλγαρη
Οι αληθινές ιστορίες που θα διαβάσετε στην συνέχεια είναι φυλαγμένες στα καστρίτικα βιβλία της κ. Αρετής Καβάσαλη. Είναι δε βγαλμένες από τον ανθόκηπο της καρδιάς των νέων εκείνης της μακρινής εποχής που τους στεφάνωσε με τα ολόδροσα της δάφνης τα κλαδιά. Στην συνέχεια όμως η φωτιά του εμφυλίου τους τσουρούφλισε της ζωής τους τα πολύτιμα φτερά. Για να ποτιστούν στο τέλος με το φαρμάκι της ξενιτιάς το δάκρυ. Πώς άντεξαν σ’ όλα αυτά εκείνα τα εκλεκτά παιδιά; Μάλιστα παρουσίασαν μια αξιοζήλευτη ψυχική ομορφιά που θαμπώνει την χορτάτη από υλικά αγαθά νέα γενιά. Την πεινασμένη όμως από αθάνατες αξίες και ιδανικά. Τα αλτρουιστικά τους αισθήματα και η θυσιαστική τους ζωή χάριν του «ΕΜΕΙΣ». Το μεγαλείο αυτό της ψυχής δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Γι αυτό όσα χρόνια κι αν περάσουν οι ιστορίες αυτές ποτέ δεν θα γεράσουν αλλά θα ζουν για να διδάσκουν.  

------------------------------------------------------------------------------------------------

 Ο Νίκος η  Ρένα και το τριαντάφυλλο 

Η Ρένα ήταν το δεύτερο παιδί από τα έξι της οικογένειάς της και ίσως το καλύτερο. Είχε μέσα της η Ρένα το πνεύμα της υποταγής, της υπομονής και της προσφοράς που της χάριζαν μια ξεχωριστή ομορφιά στο ήδη όμορφο προσωπάκι της.

Η οικογένειά της άνηκε σε κείνες τις σπάνιες μητριαρχικές. Η μητέρα λοιπόν είχε το γενικό πρόσταγμα. Ο πατέρας τον περισσότερο καιρό περιφέρετο στα γύρω χωριά με ένα σφυρί και ένα μυστρί, προσπαθώντας να εξοικονομήσει τα απολύτως απαραίτητα. Αντίθετα η γυναίκα του ποτέ ή πολύ σπάνια έβγαινε από το σπίτι για δουλειά. Είχε κρατήσει για τον εαυτό της το υπουργείο οικονομικών και δημοσίων σχέσεων. Τις υπόλοιπες αρμοδιότητες είχε ακουμπήσει στους αδύναμους ώμους της μεγαλύτερης κόρης της Ρένας πριν ακόμη συμπληρώσει τα 16 της χρόνια. Όχι πως δεν την αγαπούσε αλλά θεωρούσε πως τα παιδιά και κυρίως τα κορίτσια ήταν υποχρεωμένα να βοηθούν την οικογένεια με κάθε τρόπο.

Αυτό το μήνυμα το είχε πάρει η Ρένα και θεωρούσε δεδομένο ότι έπρεπε να δώσει ολόκληρο τον εαυτό της στο κοινό καλό, αντικαθιστώντας και την μητέρα ακόμη αδιαμαρτύρητα. Άλλες εποχές τότε. Όμως αυτή η χρυσή καρδιά της αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της και στην παρουσία της. Ήταν ένα χαριτωμένο κορίτσι και καθώς μεγάλωνε γινόταν αγαπητό σε μικρούς και μεγάλους. Αυτό το ένιωθε η Ρένα. Όμως κάπου στεκόταν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στο Νίκο έδωσε το κλειδί της καρδιάς της. Ο Νίκος ήταν λίγο μεγαλύτερος από αυτή. Όμορφος με ύφος αρρενωπό. Σωστός λεβέντης. Ίσως τον έκανε πιο συμπαθητικό η ευαίσθητη και ρομαντική καρδιά του. Στον περίπατο προς την γέφυρα ανάμεσα στην νεανική κοσμοπλημμύρα τα μάτια του Νίκου έψαχναν επίμονα για τα όμορφα της Ρένας. Η στιγμιαία συνάντηση έλεγε τόσα πολλά. Ήταν χίλιες λέξεις αγάπης και αφοσίωσης. Και η βόλτα συνεχίζονταν σαν πρώτα και μετά. Πάντα υπάρχει το προσωπικό κομμάτι της καρδιάς και της ζωής για τον καθένα. Αυτό κράτησε ένα καλοκαίρι περίπου. Ήρθε το φθινόπωρο και η Ρένα κατέβηκε οικογενειακώς στο Κάτω Χωριό, όπως όλοι οι διπλοκάτοικοι. Ήρθε ό επόμενος Απρίλης και η Ρένα 23 ετών τότε, ανέβηκε στο χωριό για να καλλιεργήσει τα περιβόλια. Η οικογένεια συνήθιζε να ανεβαίνει τα καλοκαίρια στο Καστρί. Ο Νίκος κρατώντας ένα τριαντάφυλλο κόκκινο κάπου κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρέθηκε αντιμέτωπος με την Ρένα. Της δίνει το τριαντάφυλλο και ακούγεται να λέει σιγανά. «Ρένα μου σου χαρίζω αυτό το τριαντάφυλλο. Το χρώμα του δείχνει το αίσθημά μου για σένα και το άρωμά του τις προθέσεις μου.» Δύο κόκκινα τριαντάφυλλα έγιναν τα μάγουλά της και βρέθηκε ένα βήμα πίσω. «Ρένα» ακούστηκε να της λέει ο Νίκος «Το τριαντάφυλλο αυτό το έκοψα από την καρδιά μου στην οποία έχω τοποθετήσει και εσένα. Πως μπορώ λοιπόν να το τσαλακώσω; Μη φοβάσαι , μόνο άκου. Σε έχω διαλέξει από το περιβόλι της ζωής σαν το πιο όμορφο λουλούδι.» Η Ρένα εν τω μεταξύ έγινε κάπως σκυθρωπή. «Λυπάμαι» ακούστηκε να της λέει εκείνος. «Έκανα λάθος νόμιζα ότι και εσύ αισθανόσουν το ίδιο.» «Όχι Νίκο» τον διέκοψε η Ρένα, «Ό,τι και να πεις είναι και δικά μου λόγια γιατί και εγώ το ίδιο νιώθω.» Και συνέχισε με λιγότερο δισταγμό. «Μα φοβάμαι την μητέρα μου. Δεν την ξέρεις εσύ καλά αυτή. Είναι πολύ καλή στην αριθμητική . πάντα γι αυτήν, ένα και ένα κάνουν δύο. Όλα είναι απλά, όλα είναι ίδια, όλα περνούν απ΄ το στομάχι. Η καρδιά δεν έχει θέση, δεν έχει φτερά. Αν της μιλήσω για την αγάπη μας δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Άλλωστε δεν θέλει να με χάσει γιατί θα χάσει και τον πολύτιμο βοηθό της.» «Υπάρχει και άλλη λύση» είπε σιγανά αλλά τα λόγια του είχαν δύναμη και αποφασιστικότητα. «Ρένα μου είμαι δυνατός και ικανός να σε ζήσω. Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε.» «Αυτό που ζητάς Νίκο μου πολύ θα το ήθελα αλλά δεν το μπορώ. Είναι πάνω απ΄ τις δυνάμεις μου το ξέρεις.» «Ρένα μου δεν είσαι μόνο δειλή αλλά και αφοσιωμένο στην οικογένεια σου κορίτσι . Όμως μην απελπιζόμαστε, θα προσπαθήσω να την πείσω εγώ. Ίσως την λυγίσει η μεγάλη μας αγάπη.»

Είχε περάσει αρκετά η ώρα και η Ρένα έπρεπε να φύγει. Κατά καλή της τύχη δεν έτυχε να περάσει και δεν τους είδε μάτι. Έδωσαν τα χέρια. Ο Νίκος της τα έσφιξε με τρυφερότητα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο συμβόλαιο αγάπης.

Η Ρένα κρατώντας το τριαντάφυλλο, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της ψάχνοντας να βρει κάποια δικαιολογία για την αργοπορία της στην μητέρα της. Τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που πλημμύριζαν την καρδιά της δεν την άφηναν να νιώσει χαρούμενη, γιατί σκεπάζονταν από το μαύρο σύννεφο της μάνας της. Φτάνοντας έκρυψε κάπου το τριαντάφυλλο, άλλωστε δεν υπήρχε φόβος υποψίας από αυτό.

Δικαιολογήθηκε ότι στον δρόμο την φίλη της Γεωργία και έτσι ξαφνικά όλα ήταν όπως πάντα. Επιτέλους όμως η Ρένα είχε ένα κομμάτι του εαυτού της κατάδικό της, ένας ψυχικός χώρος που μόνο αυτή έμπαινε σε αυτόν. Φυσικά η παραμονή της εκεί δεν ήταν πάντα ευχάριστη, όπως αυτόν τον καιρό. Φώλιαζε η αγωνία πολλές φορές όχι φυσικά από τον Νίκο αφού και εκείνος την ίδια ακριβώς αβεβαιότητα αισθάνονταν που προέρχονταν από τον ίδιο σημαντικό της ζωής το γεγονός.

Έτσι κάπως πέρασε το καλοκαίρι εκείνο και ήρθε το φθινόπωρο, φέρνοντας γρήγορα τις βρο χές και τις ομίχλες του. Εκείνο τον καιρό η Ρένα ήταν στο Κάτω Χωριό με τα αδέλφια της , αντικαθιστώντας την μητέρα της η οποία περίμενε στο Καστρί να γυρίσει ο άντρας της από την δουλειά στα γύρω χωριά και να κατέβουν μαζί, αφού η εποχή εκείνη σημάδευε και το τέλος της δουλειάς στα ορεινά.

Ο Νίκος ένα βράδυ μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις βρέθηκε στο σπίτι της Ρένας. Η μάνα της κάτι είχε υποψιαστεί αλλά δεν το κουβέντιαζε ούτε με τον εαυτό της ούτε με το παιδί της. Για την Ρένα είχε διαλέξει ένα δρόμο ανώδυνο για αυτή χωρίς προίκες κλπ και με προοπτική για την υπόλοιπη οικογένεια. Ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς που τότε, γύρω στο 1948, είχε αρχίσει σιγά σιγά να ανοίγει. Πίστευε πως το παιδί της θα πήγαινε εκεί που θα ζούσε βασιλικά και η ίδια θα δεχόταν δολάρια. Πίστευε ότι στην Αμερική κυλούσε πακτωλός χρημάτων και κάποιο ρυάκι ευμάρειας θα έφτανε και στο σπίτι της κόρης της. Επομένως ούτε κουβέντα για γάμο στο χωριό. Με αυτές τις σκέψεις έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα στον επισκέπτη.

Γρήγορα ο Νίκος πήρε την αρνητική απάντηση και με άδεια την καρδιά έφυγε. Γι αυτόν ήταν το πιο οδυνηρό βράδυ της ζωής του. Κάτι που δεν μπόρεσε να συγχωρέσει στην μάνα της Ρένας ήταν τούτο: Πώς μπόρεσε να προχωρήσει τόσο στην ζωή της κόρης της και την οποία πόσο άσπλαχνα ποδοπάτησε; Πώς είχε την δύναμη σαν μάνα να αποφασίσει πριν από το παιδί της, για το παιδί της, το σπλάχνο της; Καλά ούτε μια κουβέντα γα το πιο μεγάλο γεγονός της ζωής της; Πώς το μπόρεσε; «Αχ καημένη Ρένα σε πόσο άπονο δρόμο σε οδηγεί η ζωή. Και να μην μπορώ να σε βοηθήσω και ας σε αγαπάω τόσο. Πόσο άσχημα παιχνίδια παίζει η ζωή αλήθεια! Πόσο δίκιο είχες. Τώρα καταλαβαίνω τους φόβους σου για την μάνα σου.» Αυτά έλεγε και ξανάλεγε καθώς τα βλέφαρά του δεν έλεγαν σφαλίσουν εκείνο το βράδυ. Και η κυρά-Μαριγώ χαιρόταν, γιατί τόσο γρήγορα και εύκολα ξεμπέρδεψε από αυτόν τον ανεπιθύμητο και ενοχλητικό γαμπρό. Και έτσι πέρασε ο καιρός και κατέβηκε στο Κάτω Χωριό αφήνοντας την κόρη της στην αβεβαιότητα και τις ευθύνες που της είχε φορτώσει. Και η μία μέρα έδινε την θέση της στην επόμενη. Και ο καιρός κυλάει κουβαλώντας τις όποιες μικροχαρές και πίκρες στους ανθρώπους.

Είναι απόγευμα Κυριακής του Δεκέμβρη. Όπως και άλλες φορές η Μαριγώ δέχεται την επίσκεψη του ανιψιού της του Γιάννη. Πάνω στην συζήτηση του αναφέρει και την πρόθεσή της να στείλει την Ρένα στην Αμερική για να γλυτώσει από την φτώχεια και την μιζέρια της Ελλάδας. Εκείνος είχε έτοιμο γαμπρό. Το Τέρης , κάποιος μακρινός συγγενής του θα έλυνε το πρόβλημα. Αμέσως άρχισε η επιχείρηση εξασφαλίσεως γαμπρού. Και η Ρένα; Ποιος ρώτησε την Ρένα; «Εγώ παιδί μου» είπε στον ανιψιό της «σαν μάνα θέλω το καλό της. Σε παρακαλώ Γιάννη θα μείνει μεταξύ μας το θέμα αυτό.» Έψαξε, βρήκε μια φωτογραφία της κόρης της και του την έδωσε, με την επιθυμία να την στείλει στον Τέρη. Ο Γιάννης νικώντας τους ενδοιασμούς του, ποιος μπορούσε άλλωστε να τα βάλει με την Μαριγώ, έστειλε την φωτογραφία στον Τέρη και γρήγορα πήρε την καταφατική απάντηση.

Σε όλο αυτό το διάστημα ο Νίκος και η Ρένα ζούσαν μέρες αγωνίας αλλά και η μισοπεθαμένη ελπίδα τους έδινε κουράγιο, μέχρι εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Όλα ήταν συνηθισμένα και απλά. Τίποτα δεν προμήνυε στην Ρένα το ψυχικό αστροπελέκι που ερχόταν. «Ρένα» άρχισε να της λέει απλά σαν αν ήθελε να της χαρίσει ένα φόρεμα, «ξέρεις παιδί μου σε αρραβώνιασα» «Τί λες μάνα μήπως στον Νίκο;» «Τί να το κάνω παιδί μου εκείνο το φτωχόπαιδο! Δεν λέω είναι λεβέντης και καλός. Μα πώς θα σε ζήσει. Και με τι προίκα να σε παντρέψω; Ενώ ο Τέρης στην Αμερική θα σε κάνει βασίλισσα.» Η απάντηση της Ρένας ήταν ένα βουβό κλάμα. Δεν είπε τίποτα. Τί να πει σε μια μάνα που δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς της. Για αυτήν η καρδιά της ήταν ξέφραγο αμπέλι και όποιος και να έμπαινε μέσα ήταν το ίδιο. Ίσως πίστευε πως δεν υπήρχε καν καρδιά σε εκείνο το δροσερό λουλούδι. Άλλες εποχές τότε όχι φυσικά για όλους τους γονείς.

Πολύ πικρή για την Ρένα εκείνη την νύχτα. Την επόμενη έπρεπε να φορέσει το χαμογελαστό και χαρούμενο πρόσωπο της αρραβωνιασμένης με το ευτυχισμένο χαμόγελο. Τι υποκρισία Θεέ μου!! Ο Νίκος βέβαια δεν άργησε να το μάθει αν και ήταν βέβαιος για αυτό. Όμως άλλο να περιμένει και άλλο να ζει, το ξερίζωμα του ωραιότερου κομματιού της ζωής από την ψυχή του.

1948 Απρίλιος. Η αρραβωνιασμένη Ρένα βρίσκεται πάλι στο Καστρί. Έπρεπε να φροντίσει τα περιβόλια για τελευταία φορά. Όλα είναι έτοιμα για το ταξίδι στο Σεπτέμβριο. Στο ίδιο σημείο κάτω από την εκκλησία, πάλι εμπρός της ο Νίκος κρατώντας πάλι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν βαθιά θλιμμένος. Η Ρένα στο αντίκρισμά του πάγωσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο ωχρό προσωπάκι της… «Ρένα» άκουσε τον Νίκο να της λέει. «Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου. Η μάνα σου φταίει που πήρε στα χέρια της την καρδιά σου και την τσαλάκωσε. Όμως και η δική μου αληθινά σου λέω πως κομματιάστηκε. Πάρε αυτό το τριαντάφυλλο. Να ξέρεις , όπως αυτό θα μαραθεί, έτσι και ο Νίκος γρήγορα θα χάσει την δροσιά της νιότης. Να με θυμάσαι όπου πας. Δεν έχω δικαίωμα να σου ζητήσω τίποτα αφού τώρα πια ανήκεις σε άλλον.» Κάνοντας μια απότομη κίνηση έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω μια εξουθενωμένη Ρένα. Εκείνη την στιγμή θα προτιμούσε να πεθάνει.

Ο Νίκος το είπε και το έκανε. Υπηρετούσε στην εθνική φρουρά. Ζήτησε μετάθεση και έφυγε. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου θέλησε και βρέθηκε στην μάχη. Εκεί, χωρίς προφύλαξη, βρήκε στο θάνατο την λύτρωση. Σαν κεραυνός έπεσε στις καρδιές όλων των συγχωριανών ο απίστευτος χαμός του παλικαριού. Ένας σεισμός οδύνης τους μάζεψε όλους κοντά του. Όλοι τους έδωσαν ένα θλιμμένο παρόν. Προηγείτο ο μεγάλος ήρωας αγκαλιασμένος από την γαλανόλευκη. Ακολούθησαν οι ιερείς και ανάμεσά τους ο επίσκοπος. Στην συνέχεια οι επίσημοι, μαζί με τον εκπαιδευτικό κόσμο, τους μαθητές και όλους τους κατοίκους βουρκωμένους και συγκλονισμένους.

Ίσως στο χωριό να μην είχε γίνει μια τόσο επιβλητική κηδεία. Θα την λέγαμε κηδεία ήρωα αφού ήταν παλικάρι και πολέμησε σαν ήρωας. Το μοιρολόι της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν από την τοπική φιλαρμονική έκαναν τον συννεφιασμένο ουρανό να θέλει να κλάψει. Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής επίσημοι και μη που ακολουθούσαν, έψαχναν μέσα στην ομίχλη να δουν για μια ακόμη φορά τον Νίκο το παλικάρι. Στην κατάθεση που δάφνινου στεφανιού ακούστηκαν τα ίδια λόγια που είχαν λεχθεί πριν από χρόνια για τον μεγάλο Μακεδονομάχο Ήρωα τον Παύλο Μελά: «Πάντα χλωρό να βγαίνει το χορτάρι, στον τόπο που σε ξάπλωσε το βόλι, ώ παλικάρι.» και οι καρδιές έγιναν κομμάτια.

Το έμαθε και η Ρένα από κάποια μέσα ενημέρωσης και ζήτησε να μάθει από την μητέρα της λεπτομέρειες. Και εκείνη απάντησε με τον ίδιο κατάδικό της τρόπο. «Τί θέλεις και ρωτάς παιδάκι μου για εκείνον τον Νίκο; Γιατί στεναχωριέσαι; Δεν σε φτάνει που ζεις βασίλισσα; Ακόμη τον θυμάσαι;» Τί τραγική ειρωνεία; Τί αγεφύρωτη επικοινωνία!

Η Ρένα τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, όπως έχει πιο πάνω λεχθεί, έφυγε για την Αμερική. Μετά από ταξίδι 20 ημερών πάνω στο απέραντο ωκεανό σωματικό και ψυχικό ράκος, έφτασε στο λιμάνι που την περίμενε ο άντρας που επρόκειτο να γίνει το ταίρι της: Ο Τέρης. Στάθηκαν και οι 2 αμίλητοι και αμήχανοι αφού ο Τέρης δεν μπορούσε να της πει ούτε καλώς την. Παιδί δεύτερης ελληνικής γενιάς δεν ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Όμως αγαπούσε την Ελλάδα και το είχε τιμή του να παντρευτεί Ελληνίδα.

Η Ρένα έκανε κόμπο την καρδιά της και άφησε την καλοσύνη της να σκεπάσει το σφάλμα της μάνας της. Το ωραιότερο κομμάτι της έμεινε κάπου στο χωριό και την Ελλάδα. Όμως τί έφταιγε ο άνθρωπος που βρέθηκε δίπλα της. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να του προσφέρει διχασμένη την καρδιά της και μισή. Προσπάθησε να την συμμαζέψει για να του την προσφέρει ολόκληρη. Έπειτα το σβηστήρι της ζωής με τις διάφορες δυσκολίες και τον ερχομό των παιδιών απάλυνε και απομάκρυνε τα αισθήματα της νιότης. Όμως, όπως πάντα συμβαίνει, ο άνθρωπος και να θέλει δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνα που του σημάδεψαν την ζωή. Έτσι άθελά της ερχόταν στο μυαλό τη η τρυφερή εκείνη ιστορία με τον Νίκο. Την ιστορία που ήταν ένα τρυφερό παιχνίδι, ένα απαλό χάδι της ψυχής που λίγες καρδιές μπορούν τόσο καρδιακά και πλατωνικά να ζήσουν.

Αύγουστος του 1998. Καθισμένες στην βεράντα του σπιτιού της αδελφής της στο χωριό που φιλοξενούσε την Ρένα μετά από 50 ολόκληρα χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει και να καταλάβει πότε πέρασαν τόσα χρόνια. Χρόνια που έφεραν χιόνια στα μαλλιά και ρυτίδες στα μάγουλα. Κλέψανε εκείνη την καλοσυνάτη δροσιά. Όμως το βλέμμα της Ρένας σαν τότε. Και μάλιστα ικανό να μπορεί να ψάχνει ακόμα στα ιδιαίτερα της καρδιάς και να χύνει φως στις λεπτομέρειες εκείνης της δροσερής και δραματικής ιστορίας που τόσο μας είχε όλους συγκινήσει. Τα είπε όλα. Και μια θλιμμένη έκφραση αχνοφάνηκε στο μαραμένο της πρόσωπο. Και πρόσθεσε με την πείρα των χρόνων ή σαν άνθρωπος που έφτανε στην κορυφή της ζωής από όπου όλα είναι τόσο διαφορετικά. «Αυτά έχει η ζωή. Όμως όχι μόνο για μένα αλλά για όλους. Ο καθένας μας γράφει την ιστορία του πάνω στην γη. Αρχίζει από την ανατολή και χωρίς να το καταλάβει φτάνει στην δύση. Όμως θέλω να πω και κάτι άλλο για τους ξενιτεμένους. Μόνο στην πατρίδα ανθίζουν τα λουλούδια και μόνο στο χωριό κελαηδάνε τόσο όμορφα τα πουλιά.» Και έμεινε για πολύ σιωπηλή.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται…
Διαβάστε περισσότερα...