Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατουλιάνικη Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατουλιάνικη Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ (4) - Στα Μαρινέκα

Γενική άποψη του Καράτουλα
Στον κύκλο η γειτονιά που περιγράφει ο Βασίλης 

Γράφει ο Βασίλης Σπανός σε συνέχεια από το προηγούμενο που είναι εδώ


Λίγο πιό πέρα από τα κάτω Κωνσταντελέκα, η γειτονιά, Μαρινακέκη: Του Γιάνναρου, του Περικλή και του Αλκίδη Μαρινάκου. Και οι τρείς αυτοί ήσαν γιοί κάποιου Σωκράτη. 

Ο Γιάννης-Γιάνναρος, μάλλον αγροφύλακας. Μόλις που τον πρόλαβα και δεν τον καλό θυμάμαι. Αλλά θυμάμαι καλά την οικογένειά του:

 •Τον Κάτη - Σωκράτη, που παντρεύτηκε όχι νέος την Ξακουστή από τον Βουρλιά της Σπάρτης και δεν έκαναν παιδιά. 

 •Τον Νίκα που ήταν αθλητής στην ομάδα του Κεραυνού του Καστρίου. Άλμα επί κοντώ. Αγροφύλακας και αυτός. Σώγαμπρος στην Ωριά.

 •Τον Ντίνο που πήρε γυναίκα του την Τασία, κόρη του γέρο Θανάση Αντζινά. 

•Τον Γιώργη τον γνωστό Γαγά. Αυτός είχε χόμπι τα άλογα. Καβάλα στο άλογό του αντρικά. Με το δίκανο αγκαλιά και τον σκύλο του τον Αντώνη, να τον συνοδεύει στα ξεροκάμπια. Δεν κατέβαινε από το άλογο, ούτε και στο κυνήγι. Καβάλα στο άλογο να φέρνει λαγούς, περισσότερους από κάθε άλλον. Δεν παντρεύτηκε.

 •Την Βάσιω και αυτή ανύπαντρη. 

Το Γιανναρέκο σπίτι, στη μέση του χωριού, εκεί που σμείγουν τέσσερις δρόμοι •Ενας προς Καποτερέκα. •Άλλος προς Λογοθετέκα-Κουνουφέκα.  •Τρίτος προς Καραχαλέκα και ακόμα ένας, η ονομαστή Σούδα που κατέβαινε στην κάτω γειτονειά, στην πιάτσα. 

Ο Γιάννης Μαρινάκος ο γιός του Ντίνου, που σήμερα ζει με την οικογένειας του στον πάνω Αη Γιάννη, ίσως χρειαστεί να συμπληρώσει, αν ξεχνάω κάτι. 

Γιά αυτούς που δεν το ξέρουν, στο χωριό μας, δεν λέμε 'έικα' αλλά 'έκα'. Μαρινέκα, Κωνσταντελέκα, Λογοθετέκα κ.λ.π.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ (3) - Στα Σιαπαταίκα


Γενική άποψη του Καράτουλα
Στον κύκλο η γειτονιά που περιγράφει ο Βασίλης

Γράφει ο Βασίλης Σπανός σε συνέχεια από το προηγούμενο που είναι εδώ

 Πίσω και λίγο ψηλότερα από τον Σιαπάτα, ο Παναγιώτης Κωνσταντέλλος που είχε γυναίκα την Λαμπρινή, αδερφή του Φαραζόγιαννη από την Γαλτενά. Αυτός μετακόμισε νωρίς στην Σπάρτη. Δίπλα σε αυτόν η Γριακώτσενα του Κωνσταντέλλου. Αυτή είχε γιό τον Δημαρά που έκανε καριέρα ως γκαρσόνι πολυτελείας στήν Αθήνα. Όταν συνταξιοδοτήθηκε, έζησε στο σπίτι της μάνας του στο χωριό. 

 Πίσω από την Κώτσενα, οι ριγανάδες Γρηγόρης που προαναφέραμε, Ηλίας και Θοδωρής γνωστός ακόμα και στην Τρίπολη ως "Βασάνης". Σχεδόν κολλητά οι Σωκράτης Μαρινάκος ή Καραφούσος ή Αχειλάς, με το μεγάλο κάτω χείλι και ο Καποτερόγιαννης. Ο Σωκράτης ήταν μια ζωή αγροφύλακας και διαρκής εφιάλτης για μας τους πιτσιρικάδες, που δεν μας άφηνε να κυνηγάμε με το λάστιχο τα συκοπούλια. Τον Καποτερόγιαννη τον έλεγαν και αυγουλά. Γύριζε στα χωριά, με ένα κοφίνι κρεμασμένο από τον αγκώνα του χεριού του, αγόραζε τα αυγά από τις μανάδες μας και τα μεταπουλούσε στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι τρώγανε αυγά και εμείς στο χωριό, τρώγαμε τις νόστιμες μούρες. Τις μούρες που μοιραζόμασταν με τα.....γουρούνια του χωριού. Γυναίκα του Καποτερόγιαννη η Ευανθία, που ήταν αδερφή του Γιώργη Καραχάλιου-όχι του Καλόγερου, του άλλουνού του Μάστορα. Παιδιά του ο Δήμος, η Λέλα, ο Κωτσιάκος η Μαρία και ο Τάκης. Ολόκληρη αυτή η οικογένεια μετανάστευσε στην Αμερική εκτός ίσως από την Λέλα ή την Μαρία που παντρεύτηκε στην Ελλάδα. Σε κάποιο νησί στην Κέρκυρα άν δεν γελιέμαι. 

Πίσω από το σπίτι αυτό, πηγαίνοντας προς την μέση του χωριού, ήταν του Χαρμώνη. Λυμπέρης το κανονικό του, που είχε πάει σώγαμπρος σε εκείνη την γειτονιά. Είχε χάσει την πρώτη του γυναίκα και παντρεύτηκε μία από τον Αγιοπέτρο. Αυτή έφερε στο χωριό το τσάι του βουνού. Έφευγε , νύχτα το πρωί και γύριζε το βράδυ. Πήγαινε στα λημέρια της στον Μαλεβό, φορτωνότανε το τσάι και γύριζε το βράδυ. Πενήντα λεπτά το ματσάκι.Τσάι με ψωμί το πρωί, για να κρατήσει μέχρι το μεσημέρι. Τί,να κρατήσει, που στο πρώτο διάλειμμα, έκοβε λόρδα. Παρηγοριόμασταν στην σκέψη ότι θα χορτάσουμε το μεσημέρι. Μας περίμενε η σχεδόν καθημερινή «σπεσιαλιτέ»: Λεμπρίνες από την πεζούλα της Πρασινούς. 

Παρακαλώ τον Νέστο που ξέρω ότι διαβάζει αυτές τις μνήμες, αν μπορεί να βοηθήσει. Να φωτογραφίσει όλα τα σπίτια του χωριού, όπως είναι σήμερα. Έτσι όταν γράφουμε για τις γειτονιές να συνοδεύουμε και τις αντίστοιχες φωτογραφίες. Μεγάλο έργο, αλλά αξίζει τον κόπο φίλε Γιώργο. Και πρόσεξε Γιώργο από διαγώνια. Για να φαίνονται και δύο πλευρές των σπιτιών. (Συνεχίζουμε).
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ (2) - Το πλύσιμο στο ποτάμι


Η φώτο είναι από το διαδίκτυο 
Γράφει ο Βασίλης Σπανός  σε συνέχεια από το προηγούμενο που είναι εδώ 

Ήμασταν στους Κωνσταντελλέους και συγκεκριμένα στον Μαστρο Νικόλα τον Κωνσταντέλλο-αλλιώς Ισαπάτα ή Σιαπάτα. Είπαμε πως αυτός έφτιαχνε τα γουδιά,για την σκορδαλιά. Εκτός από τα γουδιά, βοήθαγε και τις νοικοκυρές να πλύνουν τα ρούχα της φαμελιάς και κυρίως τα στρωσίδια. Και να πώς: 

Τα ρούχα οι γυναίκες τα έπλεναν στην πλύστρα στο ποτάμι. Έβαζαν κάτω τρία ποταμολίθαρα σε διάταξη τριγώνου. Πάνω στις πέτρες έστηναν το καζάνι με το νερό, οι κουρελούδες και τα σαΐσματα μέσα στο καζάνι, κάτω η φωτιά να καίει. Όταν ο «θερμός» έκανε την δουλειά, τα βγάζανε τα ρούχα από το καζάνι, τα άπλωναν ένα -ένα με τάξη πάνω σε μιά μεγάλη πλάκα και τα κοπανάγανε με τον ξύλινο «κόπανο». 

Και εδώ θα εξηγήσουμε τον τρόπο που ο Σιαπάτας βοηθούσε στο πλύσιμο. Τον κόπανο της πλύσης τον αγόραζαν από τον ….Σιαπάτα. Ο μαστρο Νικόλας εκτός από τα γουδιά, έφτιαχνε και τους κόπανους. Από διαλεγμένο ξύλο πλατάνας. Έμοιαζε με το ρόπαλο του Ηρακλή, μόνο που εκείνο ήταν κυλινδρικό σε ολόκληρο το μήκος του, ενώ ο κόπανος του Σιαπάτα, στην μία του άκρη ήταν πλακουδερός, σαν χοντρή σανίδα. 

Όταν τα ρούχα πλένονταν, τα άπλωναν πάνω στις κοτρώνες του ποταμιού.Τα άφηναν εκεί ώσπου να στεγνώσουν. Όταν στέγνωναν τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια μεσογόμι και τα έφερναν στο σπίτι. 

(Καμιά φορά αναρωτιέμαι τί να έγιναν αυτά τα ξυλόγλυπτα εργαλεία.Ίσως κάνουν συντροφιά, στα ξύλινα θρανία του Σχολείου). 

 (Θα ακολουθήσει συνέχεια....)

Η φώτο είναι από το διαδίκτυο




Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ (1)

Γράφει ο Βασίλης Σπανός


 Είμαι ο παππούς Βασίλης Σπανός,σύζυγος της Ειρήνης και επιθυμώ να μοιραστούμε, κάποιες μνήμες, από,τον Καράτουλα του χθές. Είπα να αρχίσω από την μεριά προς την Ωριά και θα περιδιαβούμε και άλλα μέρη. 
 Στο φιλόξενο μπλόγκ του Καράτουλα, επιτρέψτε μου να θυμηθώ κάποια πράγματα, που γυροφέρνουν το λίγο μυάλό που μου έχει απομείνει. 

Ο δρόμος προς Μπερνορή*: Ξεκινούσε από την θέση «κατάλυμα» πάνω από του Ντούτσου το σπίτι, εκεί όπου σήμερα, αρχίζει η δημοσιά προς Ωριά. Ήταν μουλαρόδρομος. Από τον δρόμο αυτόν, περνούσαν τα γαϊδουράκια, φορτωμένα με τα βαρέλια που έφερναν οι μανάδες,το νερό στα σπίτια από του Λογοθέτη την βρύση. Τα βαρέλια έφτιαχναν, ο γέρο Στριφτόμπολας και οι άλλοι βαρελάδες Μαρινακέοι. Με τους βαρελάδες Μαρινακέους θα ασχοληθούμε αργότερα. 
Τον δρόμο αυτό διάβαιναν οι γαμπροί του Καράτουλα, πηγαίνοντας στον Μπερνορή, μήπως βρουν εκεί γυναίκα να παντρεφτούν και να νοικοκυρευτούν. Από τον δρόμο αυτόν περνούσε και ο Γρηγόρης ο Ριγανάς πού πήγαινε στου Μπερνορή -στην ταβέρνα του Πάτσιου- ξεμέθυστος και νηστικός και γύρναγε πάλι νηστικός και «τύφλα» στο μεθύσι. 
Από πανώδρομα στο Κατάλυμα, το σπίτι του Ίσιαπάτα. Αυτός είχε πολλές κόρες και για να τις προικίσει έφτιαχνε….γουδιά και γουδοχέρια.Τα πούλαγε στον κόσμο, για να στουμπάνε τά σκόρδα, για την απολαυστική δροσερή .σκορδαλιά. Τα καλοκαιριανά βράδυα, άν έβαζες αυτί, δεν άκουγες τίποτα άλλο μέσα στην ησυχία, εκτός, από το ρυθμικό τραγούδι τοιυ γουδιού. Όλοι στουμπάγανε την σκορδαλιά τους. Νερό, σκόρδο στουμπισμένο και σιταρένιο που κολυμπούσε στο πιάτο από αλουμίνιο. 
«Τώρα τα αστέρια ούτε που τα βλέπουμε τις νύχτες, Εκείνες τις εποχές και τα βλέπαμε και τα μετρούσαμε».

 (Θα συνεχίσουμε...)

*Μπερνορή:Παλιά ονομασία της Ωριάς



Αριστερά  ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, ο Ριγανάς
τα τσούζει με τα φιλαράκια του.
(φώτο Γιώργος Κωνσταντέλλος-Νέστος)

Στο κάτω μέρος διακρίνεται ο δρόμος Καράτουλα-Ωριάς
(φώτο Γιώργος Κωνσταντέλλος-Νέστος)



Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Το ιστορικό του Καράτουλα (Μέρος Δ΄) - Οι Λογοθετέοι

Τα Λογοθετέκα  

Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός
(Μail επικοινωνίας: vasilisspanos6@gmail.com) 

Συνεχίζοντας την ιχνηλάτηση των οικιστών του Καράτουλα που είναι εδώ , εδώ και εδώ, θα ασχοληθούμε με τις οικογένειες Λογοθέτη. 

Φαίνεται ότι τον πρώτο Λογοθέτη που έφτασε στον τόπο τον έλεγαν Βασίλη. 
Το επώνυμο Λογοθέτης ήταν αξίωμα στο Βυζάντιο. Μετρώντας τις γενεές, η άφιξη του Βασίλη στου Καράτουλα θα έγινε γύρω στα 1850. 

Κατοχύρωσε τον τόπο νότια του χωριού, τον παραπόταμο του Τάνου που είναι γνωστός ως Λογοθετέκο ποτάμι, και πηγές στην περιοχή (Λογοθετέϊκη βρύση και άλλες). Θα άνοιξε και το αυλάκι που έφερε το νερό άρδευσης στου Καράτουλα. Έχτισε σπίτι λίγο κάτω από το σπίτι που ζεί σήμερα ο Τάκης Λογοθέτης. Ίχνη από το σπίτι αυτό υπάρχουν δυσδιάκριτα και σήμερα. 

Αυτός ο Βασίλης απόχτησε τέσσερους γιούς. 
 •Τον Δημήτρη που τον έλεγαν και Λεβέντη, που πήρε γυναίκα την Νικολέττα Μπακούρη και κατέβηκε σώγαμπρος στα Μπακουρέκα. 
•Τον Παναγιώτη που έχτισε το σπίτι που ζεί ο εγγονός του Τάκης λογοθέτης. 
•Τον Θανάση που έχτισε το σπίτι κολλητά και πάνω από του Παναγιώτη που έζησε η μεγάλη οικογένεια του διαχρονικού προέδρου του χωριού και μετέπειτα ιερέα Βασίλη και 
 •Τον Κοντύλη, που έμεινε γνωστός από το όνομα την γυναίκας του Κοντύλως με παιδιά τον γιατρό Νίκο Λογοθέτη και την Γιαννούλα Μπακούρη. Η Κοντύλω είχε αδερφή την μητέρα της Αννιώς πιθανόν το γένος Γεωργούτσου που δεν ξέρουμε αν πρόκειται για επώνυμο, σύζυγο μετέπειτα Αθ. Μαρινάκου.Έτσι οι Γιαννούλα Μπακούρη και Αννιώ ήσαν εξαδέλφες πρώτες. 
 Αυτά μπορώ να ξέρω. Όποιος γνωρίζει κάτι περισσότερο, παρακαλείται να προσθέσει ή να αφαιρέσει. 
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Η Χαιρετούρα

Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός
 (μail επικοινωνίας: vasilisspanos6@gmail.com) 

Χαιρετούρα λέγαν στου Καράτουλα το γλέντι που γινόταν για τις ονομαστικές εορτές. 
Κάθε ημέρα γιορτής, ο κόσμος περίμενε να μάθει αν κάποιος συγχωριανός θα την γιορτάσει. Δεν γιόρταζαν όλοι, αλλά κυρίως ανύπαντροι άντρες που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν καλό κοινωνικό προφίλ. Μήπως βρεθεί καμμία με προίκα και λύσουν το οικονομικό τους πρόβλημα. Δέχονταν στο σπίτι τους τους επισκέπτες μικρούς και μεγάλους. Τους μικρούς τους κερνούσαν στραγάλια είτε αρμυρά, είτε ζαχαράτα. Τους μεγάλους είτε κουραμπιέ, είτε δίπλα και για μεζέ κεφτεδάκια ατομικά, οικονομικά, καρφωμένα στην οδοντογλυφίδα. Και κρασί. 

Σε μια τέτοια χαιρετούρα ο εορτάζων ήταν ένας μεροκαμιατάρης, το νεότερο παιδί επταμελούς οικογένειας. Τα άλλα έξι παιδιά ήσαν θηλυκά. Τσούπρες που για να τις προικίσει θυσίασε και την τελευταία του δεκάρα. Αυτό το έθιμο της προίκας τον είχε κάνει να υποτιμά τα θηλυκά. 

 Η διασκέδαση άρχισε ωραία, αλλά σιγά - σιγά ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Τα κεφτεδάκια εξαφανίστηκαν και το κρασί ερχόταν ...με την κατσαρόλα. Αφού κατανάλωσαν τους κεφτέδες επιτέθηκαν στο ξύλινο ταβάνι. Από το ταβάνι κρεμούσαν οι νοικοκυρές μικρές προμήθειες για τον χειμώνα. Ρόιδα, σταφύλια, τσαπελόσυκα, μουσταλευριές και φουντούκια από καρύδια και μούστο. Όλα αυτά ήρθαν κάτω. Άλλα μισοφαγωμένα και άλλα σκορπιζμένα στο πάτωμα. 

Ο εορτάζων προσπαθούσε να κάνει υπομονή και να φανεί καλός οικοδεσπότης. Αλλά ο βανδαλισμούς συνεχιζόταν. Με κορύφωση το ντούζ με το κρασί. Μόλις η αδερφή έφερνε από το υπόγειο την κατσαρόλα με το κρασί, την έπερναν και την άδειαζαν πάνω στο κεφάλι τους. Τότε πιά ο εορτάζων δεν άντεξε άλλο. Ανοίγει ένα συρτάρι, τραβάει ένα παλιό πιστόλι και το στρέφει προς τους μέχρι εκείνη την ώρα φίλους του λέγοντας: 
-Έξω παλιανθρώποι από το σπίτι μου. Σας τάισα, σας πότισα και σεις τηράτε να μου το γκρεμίσετε. Δεν θα σας αφήσω. 
Και όπου φύγει-φύγει. Όλοι στριμωγμένοι στην στενή πόρτα εξόδου. 

 Από τότε οι χαιρετούρες ήσαν πιό πολιτισμένες. Όταν αργούσαν το βράδυ λιγάκι, έλεγαν: 
-Πάμε να φύγουμε γιατί ...θα περάσει Στράτης. 
Στράτης ήταν το όνομα του εορτάζοντος. Και ο χρόνος των Αγίων Ταξιαρχών γύρω στα 1925.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

ΠΟΥΡΝΑΡΙΕΣ ΓΚΟΡΤΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΦΑΝΕΣ

Τo Ξεροκάμπι...Κάπου στο βάθος
μαντεύει κανείς τα Χτίρια
Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός 

 Η μάνα του Γιάννη, ραπτομηχανή. Απ'  την  Οικοκυρική Σχολή Λαμπρενας. Ο πατέρας του χτίστης. Τετάρτη δημοτικού. Το κρασί άρεσε πολύ στον πατέρα του. Όταν σωνότανε το δικό τους έστελνε τον Γιαννάκη και του αγόραζε στήν θεια Γιαννούλα. Εκατό οργιές μακρυά. 

Έξυπνη καλοσυνάτη η θεια Γιαννούλα. Κυρία. Δέν ανακατευότανε σε κουτσομπολιά. Πήγαινε τό πρωί τό γάλα στήν παρέα και μετά σπίτι. Είχε και τους γέρους να φροντίσει. Εκατό δρασκελιές μακριά, αλλά για νά πάει ο Γιάννης ως εκεί, είχε ανοίξει δρόμο σε ξένα γεννήματα. Αυτή του γέμιζε το μπουκάλι και τον φίλευε αχλάδια. Γινομένα ζουμερά αχλάδια που τά έφερνε από τά Χτίρια. Πέρναγε δυο-τρεις ημέρες. Μετά μούρα. Νόστιμα μούρα από του Κυριαζή τις μουριές...

 Ένα σαββατόβραδο ο πατέρας λέει της μάνας: 
-Αύριο θα πάμε νά σπείρουμε στά Χτίρια. 
 Είχε ακούσει τον πατέρα του να μιλάει για τα Χτίρια πολλές φορές και όλο τον έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι είναι αυτά τα Χτίρια. Είχε φτιάξει μιά εικόνα, με μεγάλα κτίρια μέσα σε περιβόλια με αχλαδιές. 
-Αύριο θά έρθω καί γώ μαζί σου-λέει στον πατέρα του.
 -Ναρθείς, αλλά μή μου πείς κει πάνω που θά πάμε, ότι θέλεις να φύγουμε αρον-άρον; Θα κάτσουμε μέχρι νά νυχτώσει. 

Το πρωί έλυσε ο πατέρας το βασταγό απ το παχνί, φόρτωσε στο ένα πλευρό το αλέτρι και ένα ξινάρι στενό, στο άλλο το σακί με το σπόρο, την τσώτρα με το κρασί από τη θεια Γιαννούλα,το ταγάρι με το μεσημεριάτικο, έβαλε τον Γιάννη πισωκάπουλα και αυτός και η μάνα με τα πόδια, ξεκινήσανε για τα Χτίρια. Μπροστά ο πατέρας, πίσω η μάνα. Δρόμοι στενοί. Μουλαρόδρομοι, ανηφόρες. Άιντε και άιντε φτάσανε σε κάτι χωράφια. Ξεκαβαλάει ο Γιάννης, ξεφορτώνουνε τη βασταγούρα. 
-Πατέρα πού ναι τα Χτίρια;
-Εδώ που είμαστε. 
-Και πού είναι τα σπίτια, η εκκλησιά, το σκολειό; 
-Τί σπίτια και σκολειό μου κουβεντιάζεις; Εδώ είναι μόνο χωράφια, πουρναριές γκορτσιές και αφάνες. Και λίγες αχλαδιές εκεί της θεια Γιαννούλας που αγοράζουμε κρασί.
 -Γιατί δεν τα λέμε πουρναριές, ή γκορτσιές ή αφάνες, αλλά τα λέμε Χτίρια;
-Δεν τακούς καλά. Δεν τα λέμε Κτήρια, αλλά Χτίρια. 
-Γιατί τα λέμε Χτίρια;
 -Ωχ συ θα μου βγάλεις τη ψυχή. Να δούμε πότε θα σπείρουμε.
 -Πατέρα εγώ μπορώ να περάσω και χωρίς ψωμί. Μού φτάνει να μαθαίνω. 
-Να μαθαίνεις, αλλά με την κοιλιά άδεια δεν μπορείς να μάθεις τίποτα. Άσε τώρα να κάνουμε και καμπόση δουλειά γιατί τον χειμώνα θα μου λες πεινάω. 

Άφησε τον Γιάννη και πήγε να ζέψει τη γαϊδούρα. Η μάνα έβγαζε βορβούς στα γειτονικά χωράφια με το στενό ξινάρι και ο Γιάννης έψαχνε για κοσυφοφωλιές.
 Ήρθε το μεσημέρι, κάτσανε κάτω απ τή γκορτσιά, να φάνε. Τα γκόρτσα χάμω στρώμα. Πάνω απλωμένη η φημερίδα, παξιμάδια βρεμένα, ελιές, τυρί και η τσότρα από κοντά. Τα πάντα. Απόλαυση. 

Το σπίτι του μπαρμπα Αλκίδη 
 όπως είναι σήμερα 
Πάνω που κολατσίζανε, να σου ο Μπάρμπα Αλκίδης με μια μουτζήθρα.
-Πως τα πάτε ρε ανιψούδια; 
-Δόξα τω Θεώ μπάρμπα καλά. Εσύ πώς περνάς εδώ πάνω μονάχος; ρωτάει ο πατέρας. 
-Δόξα τω Θεω πολύ καλύτερα από το χωριό. 
-Και πού πηγαίνεις για εκκλησιασμό; ρωτάει ο Γιάννης. 
-Δίπλα στον κήπο μου. 
-Και άνευ παπά και ψάλτη; 
-Δεν μού χρειάζονται παιδί μου. Εκεί κάθουμαι σε μια πέτρα και μιλάω με τον Θεό. 
-Είναι και ο Θεός εκεί; 
-Αμ´ πού είναι. Στα λάχανα είναι, στις κολοκυθοκορφάδες είναι, στις μέλισσες είναι. Στα αρνάκια μου και σε όλα ένα γύρω που φυτρώνουν, ανθίζουν, βγάζουν καρπούς, τούς σπέρνουν τριγύρω και μετά πεθαίνουν..... Φτούνη τη γαϊδούρα την είχες από καιρό ανιψιέ; 
-Πέρυσι την πήρα από τον γείτονα τον Κουνουφόγιαννη τον Τσαμπάση. Τούδωσα ένα παλιομούλαρο κλωτσιάρικο και κάτι ακόμα και πήρα τούτο το βασταγό. Καλό μου βγήκε το παίρνει η Δημήτρω και φέρνει κάστανόκλαρες από τού Σαϊτά για τα ζωντανά. Φέρνει και νερό, από τη βρύση του Λογοθέτη. Με τα βαρέλια που της έφτιαξε ο γερο Στριφτόμπολας. 
-Ζει ο Γιάννης; 
-Ναι αμδά ; Εκεί όλο βλστήμια είναι και την μαύρη την Ειρήνη δεν την αφήνει σε χλωρό κλαρί. Όλα από εκείνη τα περιμένει. Διαταγές- διαταγές. Φέρε το κρασί μωρή από το υπόγειο, σίμπα τη φωτιά και πήγαινε στα Μπακουρέκα, να ειπείς του γέρο Κώτσιου να ρθεί για την ξερή....

 Εκείνοι λέγανε και το μυαλό του Γιάννη αλλού: Χτίρια ή Κτήρια; 
-Ρε πατέρα ο μπάρμπας, μιά ζωή εδώ πάνω θα ξέρει για τα Χτίρια. 
-Θα μ´ αφήσεις να πάει μια μπουκιά μέσα μου; Δεν ρωτάς και τον δάσκαλο; 
Παρεμβαίνει ο μπάρμπα Αλκίδης
-Άκου ανηψιούδι; Στο σπίτι σας πάνω από την εξώπορτα, είναι μια μαρμαρένια πλάκα πού την έχει βάλει ο παππούλης σου, ο μακαρίτης όταν το χτίζανε. Εκεί μού φαίνεται πως έχει γράψει κάτι που μπορεί να σου μάθει πολλά.

Έγειρε ο ήλιος, ήρθε απόγιομα, τα μάζεψαν και άιντε-άιντε, πήρανε την κατηφόρα να γυρίσουνε στο χωριό. Απέναντι ο Αγιώργης του Μπερνορή. Κόσμος πολύς και τα ρέματα βουϊζανε από τα όργανα το κλαρίνο του Τσούλκα και το λαούτο του Γιατρίδη,του Παναγιώτη. Ο Γιάννης δεν χόρταινε την χαρά της ζωής. Στο ποτάμι ποτίσανε τη γαϊδούρα, που είχε σκάσει για νερό. Ανηφορίζοντας, σταματάει ο πατέρας το βασταγό και δείχνει έναν βράχο. 
-Τον γλέπεις Γιάννη τούτο τον βράχο, είναι ο Βράχος του Αναστάση. Όταν τα μουλάρια και τα γαϊδούρια γερνάνε και δεν τα χρειαζόμαστε πλιά, εκεί τα πετάμε. Τα σούρνουμε στην άκρη το αμπέλι, δύο σπρωξιές και τα μουλάρια κυλάνε στον γκρεμό. Πάνε να συναντήσουν τα οστά των παππούδων τους. 
Άν δεν τα έχουν φάει οι αλεπούδες. 
-Α είναι σαν "ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ ΧΑΝΙΩΝ"
-Ο Βράχος του Αναστάση είναι. 
-Και τα κλαρίνα και τα λαούτα γιατί βαράνε;  
Του Γιάννη κάπως του κακοφάνηκε η άλλη πλευρά της ζωής. 

Περάσανε μετά από το λυμπερέικο αλώνι και να πού φτάσανε στο πατρικό τους. Στην εξώπορτα η γιαγιά Μάρθα, με μια κανάτα και ένα κύπελλο, κέρναγε τούς μπαϊλντισμένους περαστικούς και τις μανάδες, που ζαλωμένες τα βασαγάρια με ξύλα για το φούρνο, εκείνη τήν ώρα γυρίζανε απ τη παιδεμάρα τους. Έδωσε και του Γιάννη την κούπα. Σηκώνει το κεφάλι για να ρουφήξει και πέφτουν τα μάτια του στην πλάκα τού παππούλη : 


ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΜΟΥ,ΑΥΡΙΟΝ ΕΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΤΙΝΟΣ 

Τότε έβγαλε ο μικρός ο Γιάννης το συμπέρασμα : "Χτίρια" είναι όλες γενικώς οι ιδιοκτησίες, που έχουν μια παραξενιά: Να μην είναι ιδιοκτησίες... 
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Το ιστορικό του Καράτουλα (Μέρος Α΄)

Γράφει ο Βασίλειος Ε. Σπανός


Φαίνεται πως ο τόπος μας κατοικήθηκε αρχικώς από τέσσερους οικιστές, χωρίς να είναι ξεκάθαρη η σειρά με την όποία αυτοί τον εποίκησαν. Οι εξής :

Μαρινάκος από την Μάνη. Πρέπει να ήταν βαγενάς. Πρόγονος των βαγενάδων Χρυσογενέων και Στριφτομπολέων. Αυτός ο Μαρινάκος έφερε από την Μεσσηνία την καλλιέργεια της συκιάς, του αμπελιού,της αχλαδιάς, μηλιάς, ίσως της κερασιάς και κυρίως της μουριάς. 

Αυτός εδίδαξε στον τόπο και την σηροτροφία.Αυτός είναι και ο λόγος που το χωριό είνα γεμάτο μουριές. Μπορεί σήμερα οι λίγες μουριές να έχουν απομείνει παραμελημένες, αλλά την εποχή εκείνη έχαν μεγάλη αξία. Άξιζαν πιό πολύ από το περιβόλι μέσα στο οποίο ήσαν φυτεμένες.

 Όταν ο γονιός προίκιζε την θυγατέρα του της έδινε ένα κάποιο ποτιστικό περιβόλι α ´και μια μουριά που είχε σε ένα περιβόλι β´. Για να μήν υπάρχουν διεκδικήσεις που προέκυπταν, ο γονιός έδινε στο γαμπρό το διαίωμα να περνά μέσα από το περιβόλι που δέν του ανήκε, για να μαζέψει τα μουρόφυλα και τα μούρα, από την μουριά που του ανήκε κληρονομικό δικαιώματι. Τα φύλα για τα αρνάκια της λαμπρής κα τα μούρα για τα θύματα της αποκριάς, τα γουρούνια. Με τα ξύλα της μουριάς, οι βαρελάδες Μαρινακέοι έφτιαχναν και εμπορεύονταν νεροβάρελα, τσώτρες του κρασιού και κανάτες για το τραπέζι. Τα βαρέλια και τά άλλα τα πήγαιναν πρός πώλησιν πρός της Μηλιάς τον κάμπο όπου παρέμεναν εργαζόμενοι καθ´ όλη την διάρκεια του θέρους. Εκεί δημιουργούσαν μικρά εργοτάξια όπου εκτός από την κατασκευή, επισκεύαζαν και τα προϊόντα.
 
Συνεχίζεται...

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΒΑΣ

Από τις Καρατουλιάνικες και άλλες Καστριτοχωρίτικες ιστορίες που  γράφει ο Βασίλης Σπανός 


Το μοναστήρι του προδρόμου είναι χτισμένο στα βράχια απέναντι από το χωριό Τσερβάσι (σημερινή Περδικόβρυση). Παλαιότερα ήταν στην απέναντι όχθη του Τάνου, προς την μεριά του χωριού. Πεντακόσια περίπου μέτρα ψηλότερα από το ποτάμι. Οι συχνές επιδρομές των Σαρακηνών, ανάγκασαν τους μοναχούς να μετακομίσουν την μονή απέναντι στην άλλη όχθη, Εκεί που είναι σήμερα. Κρεμασμένη στον Κοκκινόβραχο. Χελιδονοφωλιά.
Ο ηγούμενος του μοναστηριού είχε τον τίτλο Αβάς.
Στο ποτάμι λειτουργούσε και ο μύλος του μοναστηριού. Στον μύλο άλεθαν οι χριστιανοί τα σιτάρια τους. Από το ξάϊ το μοναστήρι κονόμαγε και οι καλογέροι καλοπερνούσαν. Ο Αβάς ακόμα καλύτερα.
Οι κάτοικοι του χωριού ήσαν υποτελείς στον  Αβά. Κάποτε όταν ένας με το όνομα Μπαζάνος προσπάθησε να αποκοπεί από τον Αβά, βρήκε τον μπελά του.

Τα πράγματα πήγαιναν καλά στο μοναστήρι. Γύρω στα 1800, ένας καλόγερος, βλέποντας ότι ο Αβάς καλοπερνάει είπε μέσα του : 
-Γιατί να είμαι υπηρέτης ατουνού και να μήν γίνω και εγώ Αβάς. Να έχω και εγώ μύλο....
Θα γίνω και εγώ Αβάς. 
Πήρε την ποταμιά και πήγε 1000 περίπου μέτρα μακρύτερα. Αντίθετα στην ροή του ποταμιού. Του άρεσε ο τόπος και είπε:
-Εδώ είναι καλά. Θα φτιάξω δικό μου μύλο. Όχι μόνο μύλο, αλλά και νεροτριβή.

Όταν τον είδαν οι ντόπιοι είπαν μεταξύ τους:
-Το μάθατε; Στον τόπο μας γυρίζει ένας καλόγερος. Τί θέλει τάχα. 
-Ποιός ο Καράτουλας; Τον είδαμε.(Καράς το γνωστό τούρκικο απομεινάρι που σημαίνει μαύρος και τούλα και αυτό απομεινάρι που σημαίνει ρούχο-ύφασμα. Καράτουλας λοιπόν είναι ο μαυροντυμένος.)
-Καλόγερος είναι θα ζητιανεύει. Δεν μας βλάψει.

Δεν ανησύχησαν μέχρι την ημέρα που τον είδαν να χτίζει τον μύλο. Έφτιαξε μύλο, γούρνα για το νερό και μυλαύλακο. Και νεροτριβή. Συγκρότημα πλήρες. Μπήκαν ψύλοι στα αυτιά των χριστιανών.
-Ρε μην μας πάρει το νερό για το μύλο του και ξεραθούν τα περιβόλια μας; Για να ειδούμε τι θα κάνει.

Στον τόπο αυτό έκανε κουμάντο ένας Μπακούρης,
Αυτός ο Μπακούρης είχε φτιάξει "δέση του νερού" του Τάνου και μοίραζε το νερό στους χωριανούς για να ποτίζουν τα περιβόλια τους στις δυό όχθες. Ήταν δίκαιος στην μοιρασιά και οι  ντόπιοι δεν έχαν παράπονο. Ούτε και αυτός.
Έπρεπε λοιπόν ο Μικρός Αβάς να εκτοπίσει τον Μπακούρη για να κάνει την δουλειά του.
Πάει λοιπόν ο καλόγερος καί φτιάχνει δική του δέση, πιο πάνω από την δέση του Μπακούρη. Τόσο πάνω που πιό πάνω δεν γινότανε γιατί ο τόπος ήταν όλο βράχια. Έτσι έγινε  κυρίαρχος. Έπαιρνε το νερό για τον μύλο του και άν πέρσευε, έδινε και στος χωριανούς. Και με πληρωμή βέβαια. Το καλοκαίρι που ο κόσμος ήθελε το νερό για τα περιβόλια, το πρόβλημα ήταν μεγάλο.Το νερό το ρούφαγε ο μύλος. Ήταν και ακριβότερο.

Ο Μπακούρης σιγά -σιγά εκτοπίστηκε. Αργότερα μαζί με άλλους από το χωριό αποικίσανε στο χωριό Αγιά Σοφιά. Στο χωριό αυτό τα επώνυμα των κατοίκων και την σήμερον ημέρα, είναι Καρατουλιάνικα.:  Μπακούρης, Σαβελής, Λαμπίρης, Λυμπέρης,Καραζάνος και άλλα.

Όσοι από τους ντόπιοιους δεν έφυγαν, έμειναν υποτελείς στον Μικρό Αβά. 
Αφού ρίζωσε ο καλόγερος στον τόπο, πέταξε τα ράσα και ξύρισε τα γένια. Αργότερα παντρεύτηκε γυναίκα από διπλανό χωριό και έκανε οικογένεια. Απόγονοί του σήμερα στον τόπο, κάνουν ότι και ο καλόγερος πρόγονός τους.


Στον μύλο.

Για να έρθουν τα φορτώματα στον μύλο, έπρεπε τα ζώα να περάσουν μέσα σπό το ποτάμι.
Και το καλοκαίρι που ο Τάνος έφερνε λίγο ή καθόλου νερό ήταν καλά. Τα ζώα περνούσαν απέναντι χωρίς πρόβλημα. Τον χειμώνα όμως που το ποτάμι κατέβαζε, ήταν δύσκολο.
Έφτιαξε λοιπόν ο τελευταίος μυλωνάς, ο γέρο-Γιάννης, ξυλογέφυρο και τα μουλάρια περνούσαν απέναντι. Συχνά,όμως ο Τάνος φούσκωνε και γινόταν πολύ ορμητικός. Τόσο ορμητικός που μετακινούμε μεγάλες πέτρες και άλλαζε την κοίτη. Παράσερνε και το γεφύρι και το έστελνε αντίδωρο μακρυά στον άλλο άγιο. Τον Αβά που είχε μείνει στο μοναστήρι.
Έφτιανε ο μυλωνάς καινούργιο γεφύρι. Τώρα όμως το σιγούρευε.  Το έδενε στα βράχια με αλυσίδες. Δύο από την μία μεριά και δύο από την άλλη. 
Σήμερα στον τόπο αυτό έχουν μείνει μόνο τα βράχια και οι αλυσίδες.  Ο πανδαμάτωρ χρόνος έστειλε το γεφύρι και τον μυλωνά .....αλλού. 
Εκεί παλεύει ακόμα να φτιάξει το γεφύρι του.

Οι κοντοχωριανοί συνήθως άφηναν τον καρπό στον μύλο και έφευγαν. Ο Μυλωνάς περίμενε να γεμίσει η γούρνα και μετά την άνοιγε και τα άλεθε όλα μαζί. Όταν τελείωνε τους παράγγελνε να πάνε για να πάρουν το αλεύρι.


Με τον σαρύγγαλο.

Ο σαρύγκαλος ήταν ένα μεγάλο όστρακο. Του είχε μιά τρύπα στην μέση. Έβαζε το στόμα του εκεί ο μυλωνάς και φυσώντας με τον κατάλληλο τρόπο έβγαζε ήχο όπως η σάλπιγγα. Πολύ πιο δυνατό μάλίστα. Βουίζανε τα ρέματα και τα κοντοχώρια. Έστελνε πρώτα τρία σήματα με το όργανο και μετά έβαζε την φωνή:
-Να ´ρθείτε να πάρετε τ´ αλέσματα.
Δυό ή τρεις φορές.
Πηγαίναν και τα παραλάμβαναν.
Κάποτε πήγε να πάρει το αλεύρι του και ένας γέρος που ήταν θεόκουφος. Πρωτού κατηφορήσει για τον μύλο στάθηκε στο ξάγναντο και φώναζε κατά το ποτάμι για να ειδεί αν ο μυλωνάς είναι ακόμα εκεί, επειδή όταν δεν ερχόνταν κόσμος τον έκλεινε και ανέβαινε στο χωριό.
-Ρε Γιάννη μυλωνάααα ; Έ μυλωνά.
-Τί ´ναι ρε;
Ο κουφός σαν κουφός που ήταν δεν άκουσε την απόκριση και ξανά φώναξε:
-Ρέ Γιάννη μυλωνά έ μυλωνά;
-Τί ´ναι ρε σου λέω;
Καμία απόκριση.
-Μυλωνά έ μυλωνά;
-Τον κερατά με κοροϊδεύει.
-Ρε Γιάννη είσαι αφτού να πάρω το άλεσμα;
Θυμήθηκε την γειτόνισά του ο μυλωνάς που το σπίτι της ήταν εκεί κοντά που στεκόταν ο κουφός και φώναζε.
-Ρέ Όλγα, έ Όλγα.
-Ποιός είσαι;
-Ο Γιάννης ο μυλωνάς είμαι. Για πες αυτού του κερατά, εδώ είμαι και τον περιμένω, Νά ´ρθει να το πάρει. Θα με ζουρλάνει;
Ζύγωσε τον κουφό η Όλγα, τον γνώρισε, τον τράβηξε από το μανίκι και του έγνεψε με χειρονομίες το μύνημα.


Το ξάι.

Το ξάι ήταν το αλεύρι που βάσταγε ο μυλωνάς για τα αλεστικά. Αυτό ήταν το νόμιμο.Το άλλο ξάι ήταν το κρυφό. Το αλεύρι που κρατούσαν....οι μυλόπετρες. Για την φθορά τους. Έπρεπε να μήν είναι λείες οι μυλόπετρες γιαυτό κάθε τόσο ερχόταν μάστορας και τις ξεπελέκαγε. Να γίνουν σκληρές. Και ο μάστορας πληρωνότανε.
Κονόμαγε λοιπόν από το ξάι ο μυλωνάς. Κονόμαγε και απότην νεροτριβή.


Η νεροτριβή.

Η νεροτριβή ήταν ένας μεγάλος ξύλινος κάδος σε σχήμα αναποδογυρισμένου χωνιού. Σφηνωμένος σε έναν λάκο στο χώμα. Οι μαστόροι που τον τοποθετούσαν, τον έστηναν με την μύτη στην άμμο, τον στείλωναν προσωρινα στην σωστή θέση και μετά γύρω - γύρω τον έκλειναν με χώμα μέχρι μισό μέτρο κάτω από το χείλος. Μετά έπαιρναν τα στηρίγματα και η νεροτριβή ήταν έτοιμη.
Ο κάδος γέμιζε με νερό μέχρι μισό μέτρο κάτω από το χείλος. Εκεί μέσα έρριχναν τις φλοκάτες και τα σαϊσματα μετά από τον αργαλιό, για να γίνουν αφράτα. Το βαγένι ήταν βαλμένο σε τέτοια θέση που το νερό που έριχνε στον κάδο χτύπαγε και στριφογύριζε τις κουβέρτες. Μετά από κάποιες ώρες, οι κουβέρτες γίνονταν αφράτες και τις έβγαζε ο μυλωνάς τραβώντας τες έξω με σιδερένιους γάντζους.
Κονόμαγε λοιπόν από τα νεροτριβιάρικα. Κονόμαγε και από το καθάρισμα του σιταριού.


Η καθαριστική.

Πρωτού να πάει γιά άλεσμα το σιτάρι έπρεπε να είναι καθαρό από άλλους σπόρους. Ήρα, βίκο, άγανα και σπόρους από άλλα παράσιτα. Το καθάρισμα ήταν κουραστικό και έπαιρνε πολύ χρόνο. Οι νοικοκυρές παλέβανε μέρες για να το καθαρίσουν. 
Ο μυλωνάς εκμεταλλεύτηκε και το καθάρισμα.
Αγόρασε καθοριστική μηχανή.
Αυτή ήταν χειροκίνητη. Ένας περιστρεφόμενος κύλινδρος από λαμαρίνα που έρριχναν μέσα το σιτάρι για να καθαριστεί.Έβγαζε αλλού το καθαρό σιτάρι και αλλού,τα περιττά τα σκύβαλα που τα λέγανε.
Κράταγε ο πελάτης το καθαρό σιτάρι για να το πάει στον μύλο, κράταγε και τα σκύβαλα που τάιζε τα ζωντανά του.
Κράταγε και ο μυλωνάς τα καθαριστικά του. Σε χρήμα ή σε είδος.
Την μηχανή την είχε εγκαταστήσει σε ένα μικρό χαμηλό σπίτι στο κεφαλοχώρι τον Άγιο Νικόλα (σημερινό Καστρί). Στον ίδιο χώρο δούλευε και την ταβέρνα.Ήταν και ταβερνιάρης.
Κονόμαγε λοιπόν και από την ταβέρνα.


Η ταβέρνα.

Στην ταβέρνα πελάτες ήσαν οι χωριάτες που καθάριζαν το σιτάρι τους. Όχι μόνο αυτοί. Σύχναζαν και μαγαζάτορες της αγοράς και άλλοι από τα γύρω χωριά. Αυτοί που έρχονταν στον Άγιο Νικόλα να ψωνίσουν. Καθημερινές και τις Κυριακές που είχε το παζάρι. Είχε πολύ κόσμο το παζάρι γιατί έρχονταν άνθρωποι όχι μόνο από τα καστριτοχώρια, αλλά και από μακρύτερα. Σιταινιώτες και Αγιοπετρίτες που πούλαγαν καυσόξυλα από τον Μαλεβό, Βερβαινιώτες και άλλοι. Οι πραμάτειες απλωμένες ολόγυρα στην ταβέρνα.

Στην ταβέρνα σύχναζε και ο κουρέας της αγοράς ο Μήτσος
Όπως και οι άλλοι αγοραίοι έπινε βερεσέ. Με πίστωση.
Έμπαινε λοιπόν ο  κουρέας με την παρέα του και τά ´πινε. Άλλωτε κρασί και μεζέ, άλλωτε κρασί ξεροσφύρι και άλλωτε την σπεσιαλιτέ του γέρου, το μπουμπάρι. Αυτό ήταν άντερο παραγεμισμένο με τα σπλάχνα του σφαχτού. Ήταν εξαιρετικός μεζές και λίγοι τον απολάμβαναν γιατί ήταν ακριβός.
Μια μέρα λέει ο γέρος στον κουρέα:
-Μαζετήκανε πολλά Μήτσο. Γιά να μου δίνεις και τίποτα;  Και μή μου ειπείς δεν έχεις;  Στο κουρείο βλέπω περιμένουνε ουρά.
-Άει δουλειά σου.Τίποτα δεν κάνω. Μεροδούλι - μεροφάι......Αλλά για τήρα ρε μπάρμπα τί σου χρωστάω. Να ειδώ βγαίνω ;
 Ανοίγει το τευτέρι ο γέρος και διαβάζει :
    Κουρέας.
Τάδε του μηνού κρασί, τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί μεζέ τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί, τόσα.
Τάδε του μηνού κρασί, μεζέ,  μπουμπάρι τόσα.
Τάδε του μηνού (επόμενη) κρασί, μεζέ, μπουμπάρι, τόσα.
Ταμπλιάστηκε ο κουρέας.
-Για κάτσε ρε μπάρμπα. Κάθε μέρα κρασι, μεζέ, μπουμπάρι; Σβήσε καμπόσα;
-Α Μήτσο. Δεν γίνεται. Ότι γράφει δεν ξεγράφει.
Δαγκώθηκα ο κουρέας, στρίφτηκε, αλλά τα πλήρωσε. Αλλά είπε μέσα του.-Έννοια σου γέρο και θα σε φτιάξω.

Στην ταβέρνα έμπαινε και ένας φοροεισπράκτορας όταν πέρναγε από το χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Τσιμπολόγαγε κάτι για αντέξει να πάει στην Τρίπολη να παραδώσει τις εισπράξεις της βδομάδας.
Μια τέτοια μέρα λοιπόν - απότι λένε-συνέβει το εξής:
Αφού έφαγε γίδα βραστή ο άνθρωπος, ήπιε και λίγο παραπάνω. Έβγαλε να πληρώσει. Ο ταβερνιάρης που έβλεπε τις τσέπες του γκαστρωμένες, τον κέρασε ακόμα ένα κρασι "εκ της διευθύνσεως". Τον απόκανε τον άνθρωπο. Κάτι τάχα με τα ρέστα κάτι μού δώσες κάτι σούδωσα και του κλέβει όλον τον "αφρό".
Λένε οι κακές γλώσσες, πως τάχα με τον "αφρό" αγόρασε χτήμα κοντά στο Άργος. Ο καϋμένος ο φορατζής με τα ψιλά νοίκιασε κάμαρα στην φυλακή.


Στο κουρείο.

Ο γέρος δεν παραπήγαινε στον κουρέα. Όταν πήγαινε κουρευότανε βερεσέ και εκείνος.
Εκείνο το απόγευμα πήγε για να συγυριστεί επειδή το βράδυ θα πήγαινε να ψάλλει στην εκκλησία.
Χαιρέτισε τον κουρέα και του ζήτησε να τον κουρέψει και να τον ξυρίσει.
-Έχεις κολόνια Μήτσο;
-Έννοια σου μπάρμπα. Και κολόνια έχω και λάδι για τα μαλιά έχω άμα θέλεις. Έχω και καλό ψαλίδι.(Υπονοούμενο).
-Βάλε μου απόλα γιατί θα πάω να ψάλλω στον Αγιάννη.

Τον έφτιαξε ο κουρέας και εκείνος έκανε να φύγει.
-Για στάσου ρε μπάρμπα, έχουμε κάτι υπόλοιπα δεν με ξοφλάς;
-Ναι ρε Μήτσο για τήρα τι είναι;
Ανοίγει ο κουρέας το δικό τευτέρι και διαβάζει :
Τάδε του μηνός ξύρισμα, τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα, τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα κούρεμα τόσα.
Τάδε του μηνός ξύρισμα κούρεμα τόσα.
-Για στάσου ρε Μήτσο. Πότε τα έκανα όλα τούτα τα κουρέματα και τα ξυρίσματα ;
 Και ο κουρέας που περίμενε την ερώτηση και του την είχε στημένη την παγίδα, του λέει :
-Τότε που εγώ έπινα κρασί στην ταβέρνα σου και έτρωγα μεζέ, κρασί, μπουμπάρι μπάρμπα Γιάννη. Δανικά τ´ αλεύρια Αλευρά.
-Α ρε μήτσο. Πάνωγράφω και εγώ. Εσύ όμως το παρακάνεις.
Έβγαλε και πλήρωσε σαν σκασμένος.
Βγήκε από το κουρείο, αλλά αντί να πάει τον κατήφορο για την ταβέρνα...πήρε τον ανήφορο.
-Πού πας ρε μπάρμπα τον ανήφορο:  Κατά κάτω είναι η ταβέρνα;



Στην εκκλησία.

Ήτανε Μεγαλοβδομάδα και ο μπαρμπα Γιάννης ο μυλωνάςθα πήγαινε στη εκκλησιά να ψάλλει τον Νυμφίο.
Έστρωσε την φλοκάτη η γριά του στο σαμάρι, του έβαλε καρέκλα να πατήσει και να καβαλικέψει. Καβάλα στο γαϊδούρι αντρικά.
-Κρατιού Γιάννη. Μην προγκήξει το ζωντανό και με βρεί κανά προφαντικό. Έχεις πιεί και πολύ κρασι.
-Μην σκιάζεσαι γριά. Καλά θα πάμε. Να ειδείς πως θα ειπώ και τον Νυμφίο.
Μπροστά η γριά τραβώντας και από πίσω το φορτωμένο γαίδούρι, κατηφόρησαν για τον Αγιάννη. Φτάνοντας τον βόηθησε να ξεκαβαλικέψει. Μπροστά ο γέρος καί πίσω η γριά μπαίνουν στον ναό.
Προσκυνάει ο γέρος, στέκεται και γυρίζει το κεφάλι αριστερά κατά πίσω, που στεκόνταν λίγες γυναίκες. Τους πήρε μέτρα και γυρνώντας δεξιά προχώρησε κατά το δεξί ψαλτήρι. Το αριστερό ήταν άδειο.
Δυό παιδιά που στεκόνταν εκεί μέργιασαν και ο γέρος άραξε στο μεσιανό στασίδι. Δοκίμασε να σταθεί ορθός,αλλά το κρασί και τα χρόνια δεν τον άφησαν. Φόρεσε τα γυαλιά, έπλεξε τα δάχτυλα και ακούμπησε το μέτωπο πάνω στις δεμένες παλάμες.  Στήλωσε τους αγκώνες στο στασίδι και κάθισε. Σχεδόν σωριάστηκε. Φαινόταν να προσπαθεί να συμμετέχει. Ή ...να παλεύει να μείνει ξύπνιος. 

Κάποια στιγμή ήρθε η σειρά του Νυμφίου. Τα παιδιά στρέψανε το βιβλίο με τα μεγάλα γράμματα να το ειπεί γέρος. Από σεβασμό.
Ο γέρος κατάλαβε ότι δεν θα τα καταφέρει. Γύρισε το βιβλίο προς ένα από τα παιδιά και είπε: Λέγε το σύ.
Το παιδί άρχισε να το ψέλνει.Τότε σηκώνει το κεφάλι ο γέρος και μεγαλοφώνως...διορθώνει;
-Τί εν τω μέσω της νυκτός και νυκτός ρε;  Έτσι το μάθατε; Νά πως το λέμε:
Και αρχίζει το δικό του.
Ο λίγος κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει. Άλλοι δαγκώνονταν και άλλοι γέλαγαν.
Κινάει η γριά του και πάει στο ψαλτήρι:
-Έλα Γιάννη τώρα. Καλά τα είπες. Να πηγαίνουμε τώρα γιατί είναι έτοιμος να βρέξει. Δεν έχω και πολύ λάδι στο φανάρι. Να ειδούμε να πάμε σπίτι μας.
Τον πιάνει από το χέρι και έδώ να πέσει εκεί να σταθεί, κάνουν να βγούν. Κοντοστέκεται πάλι και κοιτάζει πίσω του κατά τις γυναίκες. Βγαίνουν, τον ανεβάζει στο γαϊδούρι και κατηφορίζουν.
Ωσπού να πάνε σπίτι έπιασε η βροχή.
Την φοβότανε την βροχή ο γέρος. Ο λόγος ήταν ο μεγάλος βράχος που απειλούσε να διαλύσει το βαγαίνι του μύλου.
-Εκείνος ο βράχος Μαριγώ μου έχει γίνει εφιάλτης. Με τούτες της βροχές θα κατρακυλήσει και θα μου το διαλύσει το βαγένι.
- Άσε γέρο να περάσουν οι άγιες μέρες και μετά θα πάς με την βοήθεια του Αγιάννη, να τον μεριάσεις τον βράχο.


Ο μικρός Αβάς και ο βράχος.

Πενήντα μέτρα πιό πάνω από τον μύλο στην πλαγιά, μιά μεγάλη πέτρα - βράχος απειλούσε να κατρακυλήσει και να πέσει στο βαγένι του μύλου. Να το διαλύσει. Όλο έλεγε να τον μεριάσει,  αλλά μόνος δεν μπορούσε. Ήθελε και βοήθεια.
Την Κυριακή του Θωμά το αποφάσισε. Αγγάρεψε ένα γειτονόπουλο και πρωί-πρωί φτάσανε σον βράχο.
Το παιδί τραβώντας και ο μυλωνάς σπρώχνοντας (σαν τα γνωστά σκαθάρια) επιχείρησαν  την μετακίνηση της πέτρας. Μια τούμπα μετά την άλλη,την πήγαν παράμερα. Ο γέρος έκανε πίσω και την κοίταζε. 
-Καλά μου φαίνεται εδώ Γιώργη. Τώρα το μυαλό μου ησύχασε. Πάμε να φύγουμε. 
Αμ δεν πήγαν μακρυά. Ξανακοιτάζει ο γέρος και λέει:
- Ρε Γιώργη δεν πάμε να την σπρώξουμε λίγο μακρύτερα; Να μήν έχω κανένα φόβο;
-Και δεν πάμε μπάρμπα;
Πιάνονται πάλι από τον βράχο. Αυτή την φορά και οι δυό σπρώχνοντας.
Πρώτη τούμπα δεύτερη τούμπα και ο βράχος....αποφασίζει να κινηθεί αυτόνομα. Τους αποχαιρετάει και με ορμή κατηφορίζει και χάνεται πίσω από κάτι πουρναριές.
-Εντάξει τώρα Γιώργη. Δεν μας κούρασε. Πήγε μόνος του στη κατάλληλη μεριά. Πιο καλύτερα δεν γινότανε.
Φεύγοντας λέει ο γερο μυλωνάς:
-Δεν πάμε και μέχρι την νεροτριβή: Έχω ρίξει κάτι φλοκάτες. Να ειδώ μην γίνανε να τις βγάλω;
Κάνανε πέρα. Μπροστά ο γέρος και από πίσω το παιδί. Κάνει ο γέρος έτσι και πέφτει ξάπλα. Με τα χέρια και τα πόδια να μουντζώνει τον ουρανό.
-Σε πιστέψαμε. Σε λατρέψαμε. Σε προσκυνήσαμε. Σε ψάλλαμε. Σου ανάψαμε κεριά και λιβάνια. Τί άλλο σου χρωστάμε :
Το παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Φτάνοντας εκεί που ήταν ο γέρος ξάπλα,κοιτάζει κατά την νεροτριβή και τί βλέπει ;
Ο βράχος σφηνωμένος μέσα στο μεγάλο ξύλινο χωνί αγκαλιά με τις φλοκάτες και τις δόγες διαλυμένες.

Σήκωσε τον γέρο και κίνησαν να γυρίσουν στο χωριό.
Εκείνη την ώρα η καμπάνα του Ρούβαλη (σημερινή Νέα Χώρα0, χτύπαγε τις τέσσερες λυπητερες καμπανιές :
  "Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομε κατά πάντα και δια πάντα ! ! ! "


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Αρχειακό Υλικό του Δημοτικού Σχολείου Καράτουλα


Ο Πρόεδρος του Πολιτιστικού μας Συλλόγου "Άγιος Ιωάννης" Γιάννης Παναγιωτούρος, έψαξε και βρήκε αρχειακό υλικό από τη λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου του χωριού μας.

Πρόκειται για σημαντικά έγγραφα- κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς- από την μελέτη των οποίων παρακολουθούμε την εξέλιξη του σχολείου από την ίδρυσή του, που με βάσει το αρχειακό υλικό έγινε το έτος 1921 έως το κλείσιμό του, το 1975.

Παραθέτουμε ενδεικτικά δύο αρχεία από το υλικό:

Το πρώτο έχει να κάνει με πρακτικά από το σχολικό έτος  1936-37, με δάσκαλο τον Καστρίτη ιερέα Ευάγγελο Παπαγεωργίου τα οποία αναφέρονται σε δημοπρασία που έγινε  στον Άγιο Νικόλαο (σημερινό Καστρί) και αφορούσε εξωτερικό αμμοκονίαμα (σοβάτισμα) και εσωτερικό/εξωτερικό υδροχρωματισμό. Όπως διαβάζουμε στα πρακτικά η δημοπρασία είχε προγραμματιστεί για τις 11 Ιουλίου 1937, ανεβλήθη όμως λόγω της άφιξης του Νομάρχη  και επαναλήφθηκε  στις 18 Ιουλίου 1937. Για να δείτε τα πρακτικά πατήστε εδώ.

Το δεύτερο αρχείο περιλαμβάνει πρωτόκολλο με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 1975 το οποίο οριστικοποιεί και τυπικά το κλείσιμο του σχολείου. Πρόκειται για πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής με το οποίο ο τελευταίος δάσκαλός μας Θανάσης Παπαγεωργίου παραδίδει στον Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου Καστρίου Σπύρο Καραβασέλα το αρχείο και την κινητή περιουσία του σχολείου μας. Δείτε το πρωτόκολλο εδώ
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Εικόνες από το Καράτουλα του 1997

Σκαλίζοντας αρχεία βρήκαμε ημερολόγιο τοίχου, το οποίο εξέδωσε πριν από είκοσι χρόνια (1997) ο τότε Πολιτιστικός Σύλλογός μας, με φωτογραφίες τοποθεσιών του χωριού μας.

 Η εκκλησία και το προαύλιό της, το σχολείο, η Σούδα, η Πλάκα και ο υπό διαμόρφωση τότε χώρος της σημερινής πλατείας...







Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Καράτουλα άλλοτε και τώρα

Καράτουλα, δεκαετία 1980 (Φώτο:Γιώργος Κωνσταντέλλος-Νέστος)

Καράτουλα, 2016


Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Καρατουλιάνοι που έφυγαν

Γιαννάκης Λυμπέρης  (σιδηρουργός)
Σκαλίζοντας τα αρχεία της Κοινότητας πέσαμε πάνω σε ταυτότητες, βιβλιάρια υγείας και εκλογικά βιβλιάρια Καρατουλιάνων που δεν είναι πια κοντά μας.

Είναι ωραίο να διαπιστώνεις ότι κάποιοι απ΄αυτούς... έχουν πολλές ομοιότητες με τους απογόνους τους… Η συνέχεια της ζωής!

Γεώργιος Μαρινάκος (Γαγάς)

Αικατερίνη Λυμπέρη

Παναγιώτης Λαμπίρης 

Δημήτριος Παναγιωτούρος

Γεώργιος Καραχάλιος

Γεώργιος Κατσιάβος

Σωκράτης Μαρινάκος

Ελένη Σπανού

Σταματίνα Μαρινάκου 

Γεώργιος Μπακούρης

Γρηγόρης Κωνσταντέλλος

Άγγελος Μαρινάκος

Γεώργιος Λυμπέρης 


Ευστράτιος Σπανός

Αντώνης Λυμπέρης 

Παναγιώτης Μαρινάκος

Μαρίκα Καραχάλιου

Δήμητρα Λογοθέτη


Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Για την 25η Μαρτίου


Ενθύμια σχολικών εορτών της 25η Μαρτίου από τη... δεκαετία του 70











Διαβάστε περισσότερα...