Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΕΤΗΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ¨Πολιτιστικού Συλλόγου Καράτουλα Κυνουρίας «Άγιος Ιωάννης»¨, σύμφωνα με το καταστατικό του, προσκαλεί τα μέλη του να παρευρεθούν στην Γενική Συνέλευση που θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία του στην Πλατεία ¨Γιωργούλας¨ του χωριού μας στις 11/8/2019 ημέρα Κυριακή και ώρα 19:30.

Θέματα ημερήσιας διάταξης:

Θέμα 1ο: Ενημέρωση για την πορεία εκτέλεσης των εργασιών στο ανενεργό Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας που έχει παραχωρηθεί στο Σύλλογό μας, στο πλαίσιο της επισκευής – αποκατάστασης και αλλαγής χρήσης του σε Πολιτιστικό Κέντρο.

 Θέμα 2ο: Απολογισμός Πεπραγμένων και Οικονομικός Απολογισμός για το χρονικό διάστημα από 12/8/2018 έως 11-8-2019.

Θέμα 3ο: Προγραμματισμός δράσεων για το χρονικό διάστημα από 12/8/2019 έως 8-2020.

 Θέμα 4ο: Απαλλαγή των μελών του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου από κάθε ευθύνη, για την περίοδο 13-8-2017 έως 11-8-2019.

Θέμα 5ο: Εκλογή Εφορευτικής Επιτροπής.

Θέμα 6ο: Εκλογές για την ανάδειξη μελών του νέου Διοικητικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

Καλούμε από όλα τα μέλη – συμπατριώτες μας και ιδιαίτερα από τους νέους, να συμβάλουν στη λειτουργία του Συλλόγου μας με την υποβολή υποψηφιότητας στις αρχαιρεσίες. Για όποια πληροφορία τηλεφωνείστε στα μέλη του Δ.Σ.

 Με πατριωτικούς χαιρετισμούς
 Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου

 Ιωάννης Γ. Παναγιωτούρος
 Δημήτριος Ν. Κωνσταντέλλος
 Ιωάννης Π. Μαρινάκος
 Γεώργιος Κ. Λυμπέρης
 Δήμητρα Αθ. Λογοθέτη
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Βίον ανθόσπαρτον για τον Γιάννη και την Ισμήνη

Τα σκαλιά της εκκλησίας, για το Μυστήριο του Γάμου ανέβηκαν ο  Γιάννης Κουτσιούμπης από την Ωριά και η συμπατριώτισσά μας Ισμήνη Μαρινάκου και από το απόγευμα του Σαββάτου, 13 Ιουλίου, είναι σε κοινή πορεία ζωής με τις ευλογίες της εκκλησίας μας.

Το μυστήριο έγινε σε μια από τις ωραιότερες εκκλησίες της Αρκαδίας, την Παναγία την Επισκοπή Τεγέας,  παρουσία εκατοντάδων συγγενών και φίλων των οικογενειών του γαμπρού και της νύφης και ακολούθησε η γαμήλια δεξίωση σε πολυτελή αίθουσα δεξιώσεων της Τρίπολης με γλέντι και χορό που κράτησε ως τις πρωινές ώρες.

Τρεις μέρες πριν την γαμήλια τελετή οι γονείς της νύφης, η Γλυκερία και ο Γιάννης Μαρινάκος, αναβιώνοντας το παραδοσιακό έθιμο της περιοχής μας οργάνωσαν τρικούβερτο γλέντι στο Καράτουλα για τους συγγενείς και φίλους της οικογένειάς τους. (φωτογραφίες από το γλέντι στο τέλος της αναρτησης)

Τις ολόθερμες ευχές μας στον Γιάννη και την Ισμήνη για υγεία, ευτυχία και μακροημέρευση.















-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------














Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Οι κάλπες στο Καστρί...

Δημοσιεύουμε επιστολή της τακτικής αρθρογράφοου του ιστολογίου μας κ. Αρετής Καβάσαλη Αναστοπούλου σχετικά με τα αποτελέσματα των Δημοτικών Εκλογών στο Καστρί, επισημαίνοντας ότι οι σκέψεις της κ. Αρετής είναι προσωπικές. Με χαρά θα φιλοξενήσουμε άρθρα, επιστολές, απόψεις και σχόλια οποιουδήποτε άλλου συμπατριώτη μας  για θέματα που... αφορούν τις τοπικές δημοτικές εκλογές και εν γένει θέματα που σχετίζονται με τα Καστριτοχώρια μας...

Επιστολές, κείμενα, απόψεις, σχόλια, φωτογραφίες ή ό,τι άλλο κρίνεται ότι έχει ενδιαφέρον για δημοσίευση μπορείτε να τα στέλνετε στo mail: logothetis63@sch.gr





Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Μνήμες που ζουν για να θυμίζουν και να προβληματίζουν..... Ο Νίκος, η Ρένα και το τριαντάφυλλο

Η φωτογραφία είναι από την ταινία "ΝΥΦΕΣ"
του Παντελή Βούλγαρη
Οι αληθινές ιστορίες που θα διαβάσετε στην συνέχεια είναι φυλαγμένες στα καστρίτικα βιβλία της κ. Αρετής Καβάσαλη. Είναι δε βγαλμένες από τον ανθόκηπο της καρδιάς των νέων εκείνης της μακρινής εποχής που τους στεφάνωσε με τα ολόδροσα της δάφνης τα κλαδιά. Στην συνέχεια όμως η φωτιά του εμφυλίου τους τσουρούφλισε της ζωής τους τα πολύτιμα φτερά. Για να ποτιστούν στο τέλος με το φαρμάκι της ξενιτιάς το δάκρυ. Πώς άντεξαν σ’ όλα αυτά εκείνα τα εκλεκτά παιδιά; Μάλιστα παρουσίασαν μια αξιοζήλευτη ψυχική ομορφιά που θαμπώνει την χορτάτη από υλικά αγαθά νέα γενιά. Την πεινασμένη όμως από αθάνατες αξίες και ιδανικά. Τα αλτρουιστικά τους αισθήματα και η θυσιαστική τους ζωή χάριν του «ΕΜΕΙΣ». Το μεγαλείο αυτό της ψυχής δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Γι αυτό όσα χρόνια κι αν περάσουν οι ιστορίες αυτές ποτέ δεν θα γεράσουν αλλά θα ζουν για να διδάσκουν.  

------------------------------------------------------------------------------------------------

 Ο Νίκος η  Ρένα και το τριαντάφυλλο 

Η Ρένα ήταν το δεύτερο παιδί από τα έξι της οικογένειάς της και ίσως το καλύτερο. Είχε μέσα της η Ρένα το πνεύμα της υποταγής, της υπομονής και της προσφοράς που της χάριζαν μια ξεχωριστή ομορφιά στο ήδη όμορφο προσωπάκι της.

Η οικογένειά της άνηκε σε κείνες τις σπάνιες μητριαρχικές. Η μητέρα λοιπόν είχε το γενικό πρόσταγμα. Ο πατέρας τον περισσότερο καιρό περιφέρετο στα γύρω χωριά με ένα σφυρί και ένα μυστρί, προσπαθώντας να εξοικονομήσει τα απολύτως απαραίτητα. Αντίθετα η γυναίκα του ποτέ ή πολύ σπάνια έβγαινε από το σπίτι για δουλειά. Είχε κρατήσει για τον εαυτό της το υπουργείο οικονομικών και δημοσίων σχέσεων. Τις υπόλοιπες αρμοδιότητες είχε ακουμπήσει στους αδύναμους ώμους της μεγαλύτερης κόρης της Ρένας πριν ακόμη συμπληρώσει τα 16 της χρόνια. Όχι πως δεν την αγαπούσε αλλά θεωρούσε πως τα παιδιά και κυρίως τα κορίτσια ήταν υποχρεωμένα να βοηθούν την οικογένεια με κάθε τρόπο.

Αυτό το μήνυμα το είχε πάρει η Ρένα και θεωρούσε δεδομένο ότι έπρεπε να δώσει ολόκληρο τον εαυτό της στο κοινό καλό, αντικαθιστώντας και την μητέρα ακόμη αδιαμαρτύρητα. Άλλες εποχές τότε. Όμως αυτή η χρυσή καρδιά της αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της και στην παρουσία της. Ήταν ένα χαριτωμένο κορίτσι και καθώς μεγάλωνε γινόταν αγαπητό σε μικρούς και μεγάλους. Αυτό το ένιωθε η Ρένα. Όμως κάπου στεκόταν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στο Νίκο έδωσε το κλειδί της καρδιάς της. Ο Νίκος ήταν λίγο μεγαλύτερος από αυτή. Όμορφος με ύφος αρρενωπό. Σωστός λεβέντης. Ίσως τον έκανε πιο συμπαθητικό η ευαίσθητη και ρομαντική καρδιά του. Στον περίπατο προς την γέφυρα ανάμεσα στην νεανική κοσμοπλημμύρα τα μάτια του Νίκου έψαχναν επίμονα για τα όμορφα της Ρένας. Η στιγμιαία συνάντηση έλεγε τόσα πολλά. Ήταν χίλιες λέξεις αγάπης και αφοσίωσης. Και η βόλτα συνεχίζονταν σαν πρώτα και μετά. Πάντα υπάρχει το προσωπικό κομμάτι της καρδιάς και της ζωής για τον καθένα. Αυτό κράτησε ένα καλοκαίρι περίπου. Ήρθε το φθινόπωρο και η Ρένα κατέβηκε οικογενειακώς στο Κάτω Χωριό, όπως όλοι οι διπλοκάτοικοι. Ήρθε ό επόμενος Απρίλης και η Ρένα 23 ετών τότε, ανέβηκε στο χωριό για να καλλιεργήσει τα περιβόλια. Η οικογένεια συνήθιζε να ανεβαίνει τα καλοκαίρια στο Καστρί. Ο Νίκος κρατώντας ένα τριαντάφυλλο κόκκινο κάπου κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρέθηκε αντιμέτωπος με την Ρένα. Της δίνει το τριαντάφυλλο και ακούγεται να λέει σιγανά. «Ρένα μου σου χαρίζω αυτό το τριαντάφυλλο. Το χρώμα του δείχνει το αίσθημά μου για σένα και το άρωμά του τις προθέσεις μου.» Δύο κόκκινα τριαντάφυλλα έγιναν τα μάγουλά της και βρέθηκε ένα βήμα πίσω. «Ρένα» ακούστηκε να της λέει ο Νίκος «Το τριαντάφυλλο αυτό το έκοψα από την καρδιά μου στην οποία έχω τοποθετήσει και εσένα. Πως μπορώ λοιπόν να το τσαλακώσω; Μη φοβάσαι , μόνο άκου. Σε έχω διαλέξει από το περιβόλι της ζωής σαν το πιο όμορφο λουλούδι.» Η Ρένα εν τω μεταξύ έγινε κάπως σκυθρωπή. «Λυπάμαι» ακούστηκε να της λέει εκείνος. «Έκανα λάθος νόμιζα ότι και εσύ αισθανόσουν το ίδιο.» «Όχι Νίκο» τον διέκοψε η Ρένα, «Ό,τι και να πεις είναι και δικά μου λόγια γιατί και εγώ το ίδιο νιώθω.» Και συνέχισε με λιγότερο δισταγμό. «Μα φοβάμαι την μητέρα μου. Δεν την ξέρεις εσύ καλά αυτή. Είναι πολύ καλή στην αριθμητική . πάντα γι αυτήν, ένα και ένα κάνουν δύο. Όλα είναι απλά, όλα είναι ίδια, όλα περνούν απ΄ το στομάχι. Η καρδιά δεν έχει θέση, δεν έχει φτερά. Αν της μιλήσω για την αγάπη μας δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Άλλωστε δεν θέλει να με χάσει γιατί θα χάσει και τον πολύτιμο βοηθό της.» «Υπάρχει και άλλη λύση» είπε σιγανά αλλά τα λόγια του είχαν δύναμη και αποφασιστικότητα. «Ρένα μου είμαι δυνατός και ικανός να σε ζήσω. Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε.» «Αυτό που ζητάς Νίκο μου πολύ θα το ήθελα αλλά δεν το μπορώ. Είναι πάνω απ΄ τις δυνάμεις μου το ξέρεις.» «Ρένα μου δεν είσαι μόνο δειλή αλλά και αφοσιωμένο στην οικογένεια σου κορίτσι . Όμως μην απελπιζόμαστε, θα προσπαθήσω να την πείσω εγώ. Ίσως την λυγίσει η μεγάλη μας αγάπη.»

Είχε περάσει αρκετά η ώρα και η Ρένα έπρεπε να φύγει. Κατά καλή της τύχη δεν έτυχε να περάσει και δεν τους είδε μάτι. Έδωσαν τα χέρια. Ο Νίκος της τα έσφιξε με τρυφερότητα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο συμβόλαιο αγάπης.

Η Ρένα κρατώντας το τριαντάφυλλο, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της ψάχνοντας να βρει κάποια δικαιολογία για την αργοπορία της στην μητέρα της. Τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που πλημμύριζαν την καρδιά της δεν την άφηναν να νιώσει χαρούμενη, γιατί σκεπάζονταν από το μαύρο σύννεφο της μάνας της. Φτάνοντας έκρυψε κάπου το τριαντάφυλλο, άλλωστε δεν υπήρχε φόβος υποψίας από αυτό.

Δικαιολογήθηκε ότι στον δρόμο την φίλη της Γεωργία και έτσι ξαφνικά όλα ήταν όπως πάντα. Επιτέλους όμως η Ρένα είχε ένα κομμάτι του εαυτού της κατάδικό της, ένας ψυχικός χώρος που μόνο αυτή έμπαινε σε αυτόν. Φυσικά η παραμονή της εκεί δεν ήταν πάντα ευχάριστη, όπως αυτόν τον καιρό. Φώλιαζε η αγωνία πολλές φορές όχι φυσικά από τον Νίκο αφού και εκείνος την ίδια ακριβώς αβεβαιότητα αισθάνονταν που προέρχονταν από τον ίδιο σημαντικό της ζωής το γεγονός.

Έτσι κάπως πέρασε το καλοκαίρι εκείνο και ήρθε το φθινόπωρο, φέρνοντας γρήγορα τις βρο χές και τις ομίχλες του. Εκείνο τον καιρό η Ρένα ήταν στο Κάτω Χωριό με τα αδέλφια της , αντικαθιστώντας την μητέρα της η οποία περίμενε στο Καστρί να γυρίσει ο άντρας της από την δουλειά στα γύρω χωριά και να κατέβουν μαζί, αφού η εποχή εκείνη σημάδευε και το τέλος της δουλειάς στα ορεινά.

Ο Νίκος ένα βράδυ μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις βρέθηκε στο σπίτι της Ρένας. Η μάνα της κάτι είχε υποψιαστεί αλλά δεν το κουβέντιαζε ούτε με τον εαυτό της ούτε με το παιδί της. Για την Ρένα είχε διαλέξει ένα δρόμο ανώδυνο για αυτή χωρίς προίκες κλπ και με προοπτική για την υπόλοιπη οικογένεια. Ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς που τότε, γύρω στο 1948, είχε αρχίσει σιγά σιγά να ανοίγει. Πίστευε πως το παιδί της θα πήγαινε εκεί που θα ζούσε βασιλικά και η ίδια θα δεχόταν δολάρια. Πίστευε ότι στην Αμερική κυλούσε πακτωλός χρημάτων και κάποιο ρυάκι ευμάρειας θα έφτανε και στο σπίτι της κόρης της. Επομένως ούτε κουβέντα για γάμο στο χωριό. Με αυτές τις σκέψεις έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα στον επισκέπτη.

Γρήγορα ο Νίκος πήρε την αρνητική απάντηση και με άδεια την καρδιά έφυγε. Γι αυτόν ήταν το πιο οδυνηρό βράδυ της ζωής του. Κάτι που δεν μπόρεσε να συγχωρέσει στην μάνα της Ρένας ήταν τούτο: Πώς μπόρεσε να προχωρήσει τόσο στην ζωή της κόρης της και την οποία πόσο άσπλαχνα ποδοπάτησε; Πώς είχε την δύναμη σαν μάνα να αποφασίσει πριν από το παιδί της, για το παιδί της, το σπλάχνο της; Καλά ούτε μια κουβέντα γα το πιο μεγάλο γεγονός της ζωής της; Πώς το μπόρεσε; «Αχ καημένη Ρένα σε πόσο άπονο δρόμο σε οδηγεί η ζωή. Και να μην μπορώ να σε βοηθήσω και ας σε αγαπάω τόσο. Πόσο άσχημα παιχνίδια παίζει η ζωή αλήθεια! Πόσο δίκιο είχες. Τώρα καταλαβαίνω τους φόβους σου για την μάνα σου.» Αυτά έλεγε και ξανάλεγε καθώς τα βλέφαρά του δεν έλεγαν σφαλίσουν εκείνο το βράδυ. Και η κυρά-Μαριγώ χαιρόταν, γιατί τόσο γρήγορα και εύκολα ξεμπέρδεψε από αυτόν τον ανεπιθύμητο και ενοχλητικό γαμπρό. Και έτσι πέρασε ο καιρός και κατέβηκε στο Κάτω Χωριό αφήνοντας την κόρη της στην αβεβαιότητα και τις ευθύνες που της είχε φορτώσει. Και η μία μέρα έδινε την θέση της στην επόμενη. Και ο καιρός κυλάει κουβαλώντας τις όποιες μικροχαρές και πίκρες στους ανθρώπους.

Είναι απόγευμα Κυριακής του Δεκέμβρη. Όπως και άλλες φορές η Μαριγώ δέχεται την επίσκεψη του ανιψιού της του Γιάννη. Πάνω στην συζήτηση του αναφέρει και την πρόθεσή της να στείλει την Ρένα στην Αμερική για να γλυτώσει από την φτώχεια και την μιζέρια της Ελλάδας. Εκείνος είχε έτοιμο γαμπρό. Το Τέρης , κάποιος μακρινός συγγενής του θα έλυνε το πρόβλημα. Αμέσως άρχισε η επιχείρηση εξασφαλίσεως γαμπρού. Και η Ρένα; Ποιος ρώτησε την Ρένα; «Εγώ παιδί μου» είπε στον ανιψιό της «σαν μάνα θέλω το καλό της. Σε παρακαλώ Γιάννη θα μείνει μεταξύ μας το θέμα αυτό.» Έψαξε, βρήκε μια φωτογραφία της κόρης της και του την έδωσε, με την επιθυμία να την στείλει στον Τέρη. Ο Γιάννης νικώντας τους ενδοιασμούς του, ποιος μπορούσε άλλωστε να τα βάλει με την Μαριγώ, έστειλε την φωτογραφία στον Τέρη και γρήγορα πήρε την καταφατική απάντηση.

Σε όλο αυτό το διάστημα ο Νίκος και η Ρένα ζούσαν μέρες αγωνίας αλλά και η μισοπεθαμένη ελπίδα τους έδινε κουράγιο, μέχρι εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Όλα ήταν συνηθισμένα και απλά. Τίποτα δεν προμήνυε στην Ρένα το ψυχικό αστροπελέκι που ερχόταν. «Ρένα» άρχισε να της λέει απλά σαν αν ήθελε να της χαρίσει ένα φόρεμα, «ξέρεις παιδί μου σε αρραβώνιασα» «Τί λες μάνα μήπως στον Νίκο;» «Τί να το κάνω παιδί μου εκείνο το φτωχόπαιδο! Δεν λέω είναι λεβέντης και καλός. Μα πώς θα σε ζήσει. Και με τι προίκα να σε παντρέψω; Ενώ ο Τέρης στην Αμερική θα σε κάνει βασίλισσα.» Η απάντηση της Ρένας ήταν ένα βουβό κλάμα. Δεν είπε τίποτα. Τί να πει σε μια μάνα που δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς της. Για αυτήν η καρδιά της ήταν ξέφραγο αμπέλι και όποιος και να έμπαινε μέσα ήταν το ίδιο. Ίσως πίστευε πως δεν υπήρχε καν καρδιά σε εκείνο το δροσερό λουλούδι. Άλλες εποχές τότε όχι φυσικά για όλους τους γονείς.

Πολύ πικρή για την Ρένα εκείνη την νύχτα. Την επόμενη έπρεπε να φορέσει το χαμογελαστό και χαρούμενο πρόσωπο της αρραβωνιασμένης με το ευτυχισμένο χαμόγελο. Τι υποκρισία Θεέ μου!! Ο Νίκος βέβαια δεν άργησε να το μάθει αν και ήταν βέβαιος για αυτό. Όμως άλλο να περιμένει και άλλο να ζει, το ξερίζωμα του ωραιότερου κομματιού της ζωής από την ψυχή του.

1948 Απρίλιος. Η αρραβωνιασμένη Ρένα βρίσκεται πάλι στο Καστρί. Έπρεπε να φροντίσει τα περιβόλια για τελευταία φορά. Όλα είναι έτοιμα για το ταξίδι στο Σεπτέμβριο. Στο ίδιο σημείο κάτω από την εκκλησία, πάλι εμπρός της ο Νίκος κρατώντας πάλι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν βαθιά θλιμμένος. Η Ρένα στο αντίκρισμά του πάγωσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο ωχρό προσωπάκι της… «Ρένα» άκουσε τον Νίκο να της λέει. «Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου. Η μάνα σου φταίει που πήρε στα χέρια της την καρδιά σου και την τσαλάκωσε. Όμως και η δική μου αληθινά σου λέω πως κομματιάστηκε. Πάρε αυτό το τριαντάφυλλο. Να ξέρεις , όπως αυτό θα μαραθεί, έτσι και ο Νίκος γρήγορα θα χάσει την δροσιά της νιότης. Να με θυμάσαι όπου πας. Δεν έχω δικαίωμα να σου ζητήσω τίποτα αφού τώρα πια ανήκεις σε άλλον.» Κάνοντας μια απότομη κίνηση έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω μια εξουθενωμένη Ρένα. Εκείνη την στιγμή θα προτιμούσε να πεθάνει.

Ο Νίκος το είπε και το έκανε. Υπηρετούσε στην εθνική φρουρά. Ζήτησε μετάθεση και έφυγε. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου θέλησε και βρέθηκε στην μάχη. Εκεί, χωρίς προφύλαξη, βρήκε στο θάνατο την λύτρωση. Σαν κεραυνός έπεσε στις καρδιές όλων των συγχωριανών ο απίστευτος χαμός του παλικαριού. Ένας σεισμός οδύνης τους μάζεψε όλους κοντά του. Όλοι τους έδωσαν ένα θλιμμένο παρόν. Προηγείτο ο μεγάλος ήρωας αγκαλιασμένος από την γαλανόλευκη. Ακολούθησαν οι ιερείς και ανάμεσά τους ο επίσκοπος. Στην συνέχεια οι επίσημοι, μαζί με τον εκπαιδευτικό κόσμο, τους μαθητές και όλους τους κατοίκους βουρκωμένους και συγκλονισμένους.

Ίσως στο χωριό να μην είχε γίνει μια τόσο επιβλητική κηδεία. Θα την λέγαμε κηδεία ήρωα αφού ήταν παλικάρι και πολέμησε σαν ήρωας. Το μοιρολόι της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν από την τοπική φιλαρμονική έκαναν τον συννεφιασμένο ουρανό να θέλει να κλάψει. Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής επίσημοι και μη που ακολουθούσαν, έψαχναν μέσα στην ομίχλη να δουν για μια ακόμη φορά τον Νίκο το παλικάρι. Στην κατάθεση που δάφνινου στεφανιού ακούστηκαν τα ίδια λόγια που είχαν λεχθεί πριν από χρόνια για τον μεγάλο Μακεδονομάχο Ήρωα τον Παύλο Μελά: «Πάντα χλωρό να βγαίνει το χορτάρι, στον τόπο που σε ξάπλωσε το βόλι, ώ παλικάρι.» και οι καρδιές έγιναν κομμάτια.

Το έμαθε και η Ρένα από κάποια μέσα ενημέρωσης και ζήτησε να μάθει από την μητέρα της λεπτομέρειες. Και εκείνη απάντησε με τον ίδιο κατάδικό της τρόπο. «Τί θέλεις και ρωτάς παιδάκι μου για εκείνον τον Νίκο; Γιατί στεναχωριέσαι; Δεν σε φτάνει που ζεις βασίλισσα; Ακόμη τον θυμάσαι;» Τί τραγική ειρωνεία; Τί αγεφύρωτη επικοινωνία!

Η Ρένα τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, όπως έχει πιο πάνω λεχθεί, έφυγε για την Αμερική. Μετά από ταξίδι 20 ημερών πάνω στο απέραντο ωκεανό σωματικό και ψυχικό ράκος, έφτασε στο λιμάνι που την περίμενε ο άντρας που επρόκειτο να γίνει το ταίρι της: Ο Τέρης. Στάθηκαν και οι 2 αμίλητοι και αμήχανοι αφού ο Τέρης δεν μπορούσε να της πει ούτε καλώς την. Παιδί δεύτερης ελληνικής γενιάς δεν ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Όμως αγαπούσε την Ελλάδα και το είχε τιμή του να παντρευτεί Ελληνίδα.

Η Ρένα έκανε κόμπο την καρδιά της και άφησε την καλοσύνη της να σκεπάσει το σφάλμα της μάνας της. Το ωραιότερο κομμάτι της έμεινε κάπου στο χωριό και την Ελλάδα. Όμως τί έφταιγε ο άνθρωπος που βρέθηκε δίπλα της. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να του προσφέρει διχασμένη την καρδιά της και μισή. Προσπάθησε να την συμμαζέψει για να του την προσφέρει ολόκληρη. Έπειτα το σβηστήρι της ζωής με τις διάφορες δυσκολίες και τον ερχομό των παιδιών απάλυνε και απομάκρυνε τα αισθήματα της νιότης. Όμως, όπως πάντα συμβαίνει, ο άνθρωπος και να θέλει δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνα που του σημάδεψαν την ζωή. Έτσι άθελά της ερχόταν στο μυαλό τη η τρυφερή εκείνη ιστορία με τον Νίκο. Την ιστορία που ήταν ένα τρυφερό παιχνίδι, ένα απαλό χάδι της ψυχής που λίγες καρδιές μπορούν τόσο καρδιακά και πλατωνικά να ζήσουν.

Αύγουστος του 1998. Καθισμένες στην βεράντα του σπιτιού της αδελφής της στο χωριό που φιλοξενούσε την Ρένα μετά από 50 ολόκληρα χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει και να καταλάβει πότε πέρασαν τόσα χρόνια. Χρόνια που έφεραν χιόνια στα μαλλιά και ρυτίδες στα μάγουλα. Κλέψανε εκείνη την καλοσυνάτη δροσιά. Όμως το βλέμμα της Ρένας σαν τότε. Και μάλιστα ικανό να μπορεί να ψάχνει ακόμα στα ιδιαίτερα της καρδιάς και να χύνει φως στις λεπτομέρειες εκείνης της δροσερής και δραματικής ιστορίας που τόσο μας είχε όλους συγκινήσει. Τα είπε όλα. Και μια θλιμμένη έκφραση αχνοφάνηκε στο μαραμένο της πρόσωπο. Και πρόσθεσε με την πείρα των χρόνων ή σαν άνθρωπος που έφτανε στην κορυφή της ζωής από όπου όλα είναι τόσο διαφορετικά. «Αυτά έχει η ζωή. Όμως όχι μόνο για μένα αλλά για όλους. Ο καθένας μας γράφει την ιστορία του πάνω στην γη. Αρχίζει από την ανατολή και χωρίς να το καταλάβει φτάνει στην δύση. Όμως θέλω να πω και κάτι άλλο για τους ξενιτεμένους. Μόνο στην πατρίδα ανθίζουν τα λουλούδια και μόνο στο χωριό κελαηδάνε τόσο όμορφα τα πουλιά.» Και έμεινε για πολύ σιωπηλή.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται…
Διαβάστε περισσότερα...