Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ (2) - Το πλύσιμο στο ποτάμι


Η φώτο είναι από το διαδίκτυο 
Γράφει ο Βασίλης Σπανός  σε συνέχεια από το προηγούμενο που είναι εδώ 

Ήμασταν στους Κωνσταντελλέους και συγκεκριμένα στον Μαστρο Νικόλα τον Κωνσταντέλλο-αλλιώς Ισαπάτα ή Σιαπάτα. Είπαμε πως αυτός έφτιαχνε τα γουδιά,για την σκορδαλιά. Εκτός από τα γουδιά, βοήθαγε και τις νοικοκυρές να πλύνουν τα ρούχα της φαμελιάς και κυρίως τα στρωσίδια. Και να πώς: 

Τα ρούχα οι γυναίκες τα έπλεναν στην πλύστρα στο ποτάμι. Έβαζαν κάτω τρία ποταμολίθαρα σε διάταξη τριγώνου. Πάνω στις πέτρες έστηναν το καζάνι με το νερό, οι κουρελούδες και τα σαΐσματα μέσα στο καζάνι, κάτω η φωτιά να καίει. Όταν ο «θερμός» έκανε την δουλειά, τα βγάζανε τα ρούχα από το καζάνι, τα άπλωναν ένα -ένα με τάξη πάνω σε μιά μεγάλη πλάκα και τα κοπανάγανε με τον ξύλινο «κόπανο». 

Και εδώ θα εξηγήσουμε τον τρόπο που ο Σιαπάτας βοηθούσε στο πλύσιμο. Τον κόπανο της πλύσης τον αγόραζαν από τον ….Σιαπάτα. Ο μαστρο Νικόλας εκτός από τα γουδιά, έφτιαχνε και τους κόπανους. Από διαλεγμένο ξύλο πλατάνας. Έμοιαζε με το ρόπαλο του Ηρακλή, μόνο που εκείνο ήταν κυλινδρικό σε ολόκληρο το μήκος του, ενώ ο κόπανος του Σιαπάτα, στην μία του άκρη ήταν πλακουδερός, σαν χοντρή σανίδα. 

Όταν τα ρούχα πλένονταν, τα άπλωναν πάνω στις κοτρώνες του ποταμιού.Τα άφηναν εκεί ώσπου να στεγνώσουν. Όταν στέγνωναν τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια μεσογόμι και τα έφερναν στο σπίτι. 

(Καμιά φορά αναρωτιέμαι τί να έγιναν αυτά τα ξυλόγλυπτα εργαλεία.Ίσως κάνουν συντροφιά, στα ξύλινα θρανία του Σχολείου). 

 (Θα ακολουθήσει συνέχεια....)

Η φώτο είναι από το διαδίκτυο




Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

Ψήφισμα του Πολιτιστικού Συλλόγου Καράτουλα για τον θάνατο του Θανάση Βαλτινού



Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Καράτουλα Κυνουρίας «Άγιος Ιωάννης» στο άκουσμα της θλιβερής είδησης της απώλειας του αγαπητού μας συμπατριώτη, βραβευμένου συγγραφέα και πρώην Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, Θανάση Βαλτινού, συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση την 31η Οκτωβρίου 2024 και αποφάσισε: 

 1.Να εκφράσει τα ειλικρινή του συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος. 

 2.Να παραστούν μέλη του Δ.Σ. στην εξόδιο ακολουθία . 

 3.Να κατατεθεί ,σύμφωνα με επιθυμία της οικογένειας ,χρηματικό ποσό εις μνήμην του στο Κοινωφελές, Φιλανθρωπικό Ίδρυμα «Το Σπίτι Του Ηθοποιού». 

 4.Να δημοσιευθεί το παρόν ψήφισμα στον ηλεκτρονικό τύπο. 

 Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Θα τον θυμόμαστε με αγάπη και υπερηφάνεια! 

 Εκ του Διοικητικού Συμβουλίου





Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Πάντα είναι όμορφη η ζωή !

(Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου)


Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

H κ. Αρετή αναπολεί και γράφει

Μικρά όμορφα κείμενα μας έστειλε η αγαπημένη μας Καστίτισσα δασκάλα Αρετή Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου. Την ευχαριστούμε και με χαρά τα δημοσιεύουμε....

   Ο επιτυχημένος δάσκαλος 
 Κάποτε, εκείνο τον ξεχασμένο καιρό έγινε σε κάποιο Μακεδονικό χωριό για τους δασκάλους της περιοχής, συνέδριο διδασκαλικό και σ’ αυτό, μας ξάφνιασε ένα πρωτόφαντο περιστατικό. Σε μια στιγμή, ένας δάσκαλος ανεβαίνει στην έδρα μ’ ένα φωτιστικό και φωτίζοντάς το με νόημα ψιθυρίζει με ύφος σοβαρό…… ο ιδανικός δάσκαλος έχει σχέση με αυτό!!! Γιατί και αυτός πάνω στην έδρα εκπέμπει κάποιο ΦΩΣ. Πετυχαίνει δε, την ιερή αυτή αποστολή αν είναι ενωμένος με του φωτός την πηγή και βάζοντας το φωτιστικό στην πρίζα σιγοψιθυρίζει γιατί…..χωρίς το φως αυτό αέρα κοπανίζει. Και εμείς μείναμε σκεπτικοί να χειροκροτούμε και φεύγοντας , σοβαρά να προβληματιστούμε. Δυστυχώς, τώρα έχουν έρθει όλα, τα πάνω κάτω. Και ας ευχηθούμε να μην πιάσουμε της ζωής τον πάτο. 

 Η κατάθεση στεφάνου 
Μετά δε, το πέρας του δε συνεδρίου, οι δάσκαλοι με τον επιθεωρητή καταθέτουν στεφάνι για των ηρώων την τιμή. Και κάτι, πρωτόφαντο, γεμάτο Ελλάδα, ακολουθεί. Ο δάσκαλος το όνομα του ήρωα αναφωνεί σθεναρά. Και ο επιθεωρητής: Απών!! Έπεσε για της Ελλάδος την λευτεριά! Και μείναμε εκεί για πολύ σιωπηλοί δάσκαλοι και χωρικοί, με ξέχειλη από υπερηφάνεια την καρδιά. Για των παιδιών μας την αιώνια ελληνική λεβεντιά. 

Τελευταία χρονιά με μαύρη ποδιά και άσπρο γιακαδάκι. 
Και φτάσαμε ξαφνικά στην 8η τάξη. Για τους 17 μαθητές και τις 8 μαθήτριες ο χρόνος έχει πετάξει και αποφασίσαμε όλα τα παιδιά να το πανηγυρίσουμε. Έτσι λοιπόν ετοιμάσαμε ό,τι πιο καλό και φάμε όλοι μαζί στο αγαπημένο μας σχολείο. Και χωρίσαμε συγκινημένα και αγαπημένα. Με τα νεανικά αισθήματα στην καρδιά μας φυλαγμένα. Τέλος γράψαμε σ’ ένα χαρτί: «ΑΝΤΙΟ ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΖΩΗ» και βγάλαμε φωτογραφία αναμνηστική. 

 Τα γλυκά και τα πικρά της ζωής
Στο στρογγυλό τραπέζι της ζωής 
 Και στο άστατο και σύντομο πέρασμα αυτής 
Κάθονται οι άνθρωποι καρτερικά κοντά κοντά 
Και περιμένουν το κέρασμά της με τα πικρά και τα γλυκά 

 Και εκείνη συχνά με σκληρή την καρδιά 
 Κερνά τους ταλαίπωρους με όλων των ειδών τα πικρά ποτά 
 Κάποτε εμφανίζεται με λίγα γλυκά και βιαστική
 για να γλυκάνει λίγο την κουρασμένη από πίκρα τους ψυχή. 

Χαρά σε εκείνον τον χριστιανό 
 Που την τελευταία της ζωής τους στιγμή 
 Ο άγγελός του το γλυκό τοποθετεί
 Στην όλο πάστρα πανάκριβη ψυχή.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

ΕΚΔΗΛΩΣΗ –ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΑΙ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΤΟΥΛΙΑΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΛΤΙΝΟΥ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Καράτουλα «ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ» σας προσκαλεί στην εκδήλωση-αφιέρωμα και βράβευσης του σπουδαίου συμπατριώτη μας συγγραφέα, ακαδημαϊκού και πρώην Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΛΤΙΝΟΥ  το Σάββατο, 12 Αυγούστου 2023 στο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ

Την εκδήλωση πλαισιώνει συναυλία- αφιέρωμα στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι, από καταξιωμένους καλλιτέχνες, με τραγούδια κορυφαίων Ελλήνων συνθετών.

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΡΑΤΟΥΛΑ

«ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ»




Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τίμησε τον Θανάση Βαλτινό

Μια ακόμα ξεχωριστή διάκριση για στον σπουδαίο Καρατουλιάνο συγγραφέα και Ακαδημαικό Θανάση Βαλτινό.
Σε ειδική τελετή που έγινε στο Προεδρικό Μέγαρο, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελαροπούλου απένειμε στον Θανάση μας το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος. 
Στην ομιλία της η ΠτΔ  μιλώντας για τον  Θανάση Βαλτινό ανέφερε ότι: " πλούτισε τη γραμματεία μας με ένα έργο στο οποίο ιστορία, πολιτική και κοινωνία διαπλέκονται έντονα με το εγώ και την ατομικότητα. Με την αφηγηματική του λιτότητα, τον κατακλυσμό των σελίδων του από τη δράση και τα πάθη των απλών ανθρώπων, την πρωτοπόρο χρήση των τεκμηρίων ως λογοτεχνικής ύλης, αλλά κυρίως με την διακονία της ελληνικής γλώσσας με τρόπο ικανό να αποκαταστήσει τον ανάπλου της από τις εκβολές στις πηγές της, άλλαξε τον ρου του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος."

Εκτός από τον Θανάση Βαλτινό η ΠτΔ τίμησε με παράσημα 10 ακόμα εκπροσώπους των γραμμάτων και των τεχνών για το έργο και την προσφορά τους. 
Αναλυτικό φωτορεπορτάζ από την εκδήλωση εδώ









Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

Καστρίτικες αναμνήσεις

 
Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

Κάποτε στο χωριό 
Το χωριό κάποτε ήταν μια αγαπημένη γειτονιά. Τα παιδιά του το αγαπούσαν με φιλάνθρωπη καρδιά. Τα δε μικρά πολλά παιδιά του, έφτιαχναν μια μεγάλη αγκαλιά και προσφωνούσαν τους μεγάλους θείε και θεία, αλλά και εκείνοι τα πρόσεχαν σαν δικά τους παιδιά. Έτσι η αδελφοσύνη, με τις εξαιρέσεις της, ήταν η χρυσή κλωστή και ένωνε τους ανθρώπους αδελφικά σε λύπη και χαρά στην δύσκολη ζωή. Γι αυτό και η λύπη ήταν πάντοτε σ όλους πονετικά κοινή και χαίρονταν στα πανηγύρια αλλά και σε κάθε χαρά και γιορτή. Τώρα Θεέ μου, τί φταίει αληθινά, που έχει αδειάσει από συμπόνια η ανθρώπινη καρδιά; και τα αδέρφια κάποτε γίνονται άγνωστοι γειτόνοι, αφού το συμφέρον και η έχθρα παύει να τους ενώνει; Έτσι φτωχοί από ψυχαγωγία τρέχουν στην πληρωμένη χαρά για να γεμίσουν με παϊδάκια της ζωής τα κενά, ενώ είναι τόσο κουτά και τόσο φτηνή η γεμάτη από ανθρωπιά λεβεντικη ψυχή. Το Πάσχα του καλοκαιριού Χαρά Θεού παντού 

Το Πάσχα του καλοκαιριού 

Θεού χαρά και τα παιδιά τους τα φευγάτα απ τα χωριά θέλουν να βρίσκονται κοντά τους και αυτά την Μεγάλη μέρα που γιορτάζει η Σπλαχνικη Μάνα Η ΠΑΝΑΓΊΑ Γι αυτό και το παιδί της, η Αρετή, λαχταρά να βρεθεί στο αγαπημένο της Καστρί. Να ξαναζήσει, να ξαναθυμηθεί, να ξαναχαρεί την πατρίδα της, την κάποτε σε όλους αγαπητή. Και βρίσκει το χωριουδάκι της, την φορά αυτή ανάμεσα στα παιδιά του με ζωγραφισμένη την λατρεία στην μορφή. Να τα παρακαλεί θερμά, με αδελφική ζεστασιά. Τα παιδιά να ζωογονήσουν κάθε καστρίτικη καρδιά. Έτσι λοιπόν αγαπημένοι, αφού πετάξουν όπου υπάρχει του χαλαστή ΕΓΩ το σφυρί και αντικατασταθεί με του ευλογημένου ΕΜΕΙΣ το μυστρί τότε! Τί χαρά!! Από την στάχτη της κακομοιριάς, θα ξεπροβάλει, σαν τότε, ο φοίνικας της Καστρίτικης Λεβεντιάς. 
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Κείμενο του Θανάση Βαλτινού στις Πανελλαδικές εξετάσεις 2022

Μια ακόμη διάκριση και αναγνώριση του έργου του σπουδαίου Καρατουλιάνου Θανάση Βαλτινού του κορυφαίου και πολυβραβευμένου πεζογράφου και συγγραφέα σεναρίων για τον κινηματογράφο, ο οποίος είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2008 και το 2016 διετέλεσε πρόεδρός της. 

Η Επιτροπή των Πανελλαδικών Εξετάσεων επέλεξε για το ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ κείμενο του Θανάση Βαλτινού από τη σειρά Διηγημάτων "Επείγουσα ανάγκη ελέου"

Παραθέτουμε το κείμενο: 

 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Προεισαγωγικά θα σας πω την ιστορία του ταγαριού*. Το βρήκα καταχωνιασμένο σε μια παλιά κασέλα. Κι αυτή από το χωριό. Όταν το έδειξα της μαμάς μου γέλασε. Στα φοιτητικά της χρόνια το χρησιμοποιούσε ως τσάντα. Ήταν άβολο γι’ αυτήν τη δουλειά αλλά ήταν τότε της μόδας. Εξέφραζε οικολογικές ανησυχίες επίσης. Μου λέει να το πας της γιαγιάς σου. Ήθελε προφανώς να το ξεφορτωθεί. Δεν ξέρω τι μπορεί να της θύμιζε. 
 Η γιαγιά μου επιμένει να ζει στο χωριό. Στο σπίτι της έχει θερμοσίφωνα και τηλεόραση. Την επισκέφτηκα στις διακοπές του Πάσχα. Έχω το όνομά της και είμαι η αδυναμία της. Της έδειξα το ταγάρι και συγκινήθηκε. Το είχε φτιάξει η δική της μαμά στον αργαλειό. Ήταν μέρος της προίκας της. «Πράγματα για μια ζωή» σχολίασε. Φυσικά έκανε λάθος στο μέτρημα. Ήδη το ταγάρι είχε χρησιμοποιηθεί από τρεις γενιές. Ήταν βαμμένο με φυτικές βαφές και είχε ωραία λαμπερά σχέδια. Μου διηγήθηκε τα νυχτέρια** που έκαναν τότε υφαίνοντας στον αργαλειό με το φως του λυχναριού. Η μαμά της. Τα έλεγε αυτά με νοσταλγία. Η γιαγιά. Εν τω μεταξύ η ώρα πλησίαζε εννιά και αντανακλαστικά είχε ανοίξει την τηλεόραση για τις ειδήσεις. Της λέω γιαγιά γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μας στην Αθήνα. – Γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί; 

 * ταγάρι: είδος τσάντας 
 ** νυχτέρι: εργασία κατά τη διάρκεια της νύχτας 

 [Θανάσης Βαλτινός, Επείγουσα ανάγκη ελέου. Διηγήματα, Εστία, Αθήνα 2016, σσ. 41, 42]. 
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Καφενείον το: «<ΝΕΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ» Μανώλη Χωραίτη 1925-1940

Θυμάται, νοσταλγεί και γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα Αρετή Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου 

Κατηφορίζοντας από το Γυμνάσιο προς τον Άγιο Βλάση και σε μικρή απόσταση υπάρχουν τα ερείπια ενός χαλάσματος θαμμένου στα χόρτα και τα βάτα. Σε τίποτε δεν θυμίζει το πανέμορφο σπίτι του Χωραΐτη με το παραδεισένιο κήπο, το αγκαλιασμένο με τ’ αγιόκλημα και στολισμένο με τις πολύχρωμες γλάστρες. 

 Καθώς λοιπόν άνοιξα αυτές τις μέρες το βιβλίο του Βασίλη Τόγια: Τα Καστρίτικα , τόμος Γ’ η καρδιά μου περπάτησε στο πνεύμα της παλιάς εποχής. Και ανάμεσα στ’ άλλα ξαναθυμήθηκα την ξεχασμένη σε πολλούς παλιούς Καστρίτες και άγνωστη στους νεότερους, την ιστορία του Μανώλη Χωραΐτη. Επιβάλλεται νομίζω να την ξαναθυμηθούμε και να την γνωρίσουν όσοι απ’ τους νεότερους ενδιαφέρονται για την αξιόλογη παράδοση αυτού του πανέμορφου τόπου. Ο Χωραΐτης λοιπόν, δεν ήταν Καστρίτης. Ήταν από την Μεσσηνία, γιος του γραμματέα του Ειρηνοδικείου που τότε υπηρετούσε στο Καστρί. Ο Μανωλάκης λοιπόν παντρεύεται την Καστρίτισσα Δοξούλα αδερφή των μεταναστών Μέγγου, στο Σικάγο της Αμερικής, οι οποίοι είχαν αγοράσει στην πλατεία το οίκημα του δικηγόρου Ιωάννη Καλούτση. 

 Έτσι ο Μανωλάκης ανέλαβε την διαχείριση του δικού του πλέον οικήματος. Η άριστη κατασκευή του και η άψογη υπέροχη και ασυνήθιστη για την εποχή επίπλωσή του το έκανε καμάρι του χωριού και όλης της περιοχής. Το ανώγειο το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο ύπνου Α΄ κατηγορίας. Το ισόγειο δε, το ήδη υπάρχων καφενείο το ανακαίνισε και το πλούτισε με προσφερόμενα γλυκά και ποτά που έκαναν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά. Έξω δε και πάνω από την πόρτα τοποθέτησε μια υπέροχη επιγραφή, δικό του έργο. Καφενείο Το ΝΕΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ». 

 Σ’ αυτό το καφενείο κατά την 15ετίαν 1925-1940 γίνονταν κατά καιρούς οι ονομαστές Καστρίτικες χοροεσπερίδες. Μερικές φορές οι χοροεσπερίδες αυτές έπαιρναν και επίσημο χαρακτήρα. Τότε η συμμετοχή γινόταν με προσκλήσεις και η αμφίεση ήταν καθιερωμένη: Σκούρο κουστούμι και γραβάτα για τους άντρες και βραδινή τουαλέτα για τις γυναίκες. Την σοβαρότητα δεν αυτών των χοροεσπερίδων την σφράγιζε η παρουσία της ορχήστρας των αδερφών Καπράνου: «ΟΡΧΙΣΤΡΑ ΑΔΕΡΦΩΝ ΚΑΠΡΑΝΟΥ». Και τότε η αίθουσα του καφενείου γέμιζε ασφυκτικά , από ντόπιους και ξένους παραθεριστές από την ευρύτερη περιοχή και την Τρίπολη. Η όλη δε οργάνωση περνούσε και στις κοινωνικές στήλες των εφημερίδων. Αυτές οι χοροεσπερίδες δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από εκείνες των Αθηναίων σαλονιών. Και όλα αυτά ως το 1940. 

 Για 15 χρόνια η παρουσία της οικογένειας Χωραΐτη ήταν έντονη και ζωηρή στο Καστρί. Τα 6 παιδιά του 4 αγόρια και 2 κορίτσια ήταν το ένα πιο όμορφο από το άλλο. Ξεχώριζαν δε, στο χωριό από άλλα παιδιά στην εμφάνιση και τον τρόπο ζωής. Το πρώτο γραμμόφωνο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη ήταν το δικό του. Και όλη μέρα ακούγονταν στο χωριό τραγούδια ευρωπαϊκά και μοντέρνα. 

 Και έρχεται το 1940. Αλήθεια ποιος τις περίμενε τις τόσες απανωτές καταστροφές και συμφορές; Το σπίτι του Χωραΐτη και το καμάρι της πλατείας μαζί με τ’ άλλα του χωριού έγιναν στάχτη αφήνοντας το καφενείο σε ταλαίπωρη κατάσταση για να θυμίζει τα περασμένα μεγαλεία. Και έρχεται από κοντά εκείνη της πικρής ξενιτειάς ή μαύρη συμφοράς. Αυτή κατάπιε μαζί με του χωριού την ολάνθιστη δροσιά και του Χωραΐτη όλα τα παιδιά. Για να μην φανούν στον τόπο τους ξανά. Έτσι το ορφανεμένο καφενείο έρημο και μονάχο έμενε με μόνη του παρηγοριά του γεροπλάτανου την παγωμένη ερημιά. Και περιμένουν και τα δύο κάποιον απόγονο του Χωραΐτη να φανεί. Και τότε ώ τί χαρά!! Θα ανοιχθεί διάπλατα του καφενείου η αγκαλιά. Αλλά και ο γεροπλάτανος θα τρέξει να γεμίσει με καρέκλες την αγαπημένη και για κάτι καιρούς στους Καστρίτες στερημένη σκιά του. 

Και όλοι εμείς που αγαπούμε ιδιαίτερα τον τόπο μας θα καθίσουμε αγαπητικά με αρχηγό την πάντα άξια πρόεδρό μας Μαρία Κοσμά, που κάνει ό,τι μπορεί για να χαρίσει ομορφιά και ζωή στο αγαπημένο μας Καστρί. Και κάτι ακόμα για την πρόεδρό μας εδώ πρέπει να λεχθεί. Αφού αυτόν τον καιρό δεν άφησε αδιάφορο κανένα στο Καστρί ο κεραυνός που χτύπησε το μέχρι χθες ευτυχισμένο σπίτι του αγαπημένου Βασίλη Κοσμά και της προέδρου μας Μαρίας μαζί με τα δύο τους επιτυχημένα στην ζωή παιδιά: τον Ηλία και την Αγγελικούλα. 

 Ευχόμαστε λοιπόν από καρδιάς και στην πρόεδρό μας μαζί με τα παιδιά της , την μεγάλη παρηγοριά της, κουράγιο και υπομονή από όλο το Καστρί.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Η τελευταία αγάπη του Ανδρέα

Θυμάται, νοσταλγεί και γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα Αρετή Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου


Ο Ανδρέας γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στην αγορά. Εκεί είδε το φως της ζωής. Στην πλατεία της έκανε τα πρώτα του βήματα. Εκεί έπαιζε και ανδρώθηκε. Γι’ αυτό είχε δεθεί μαζί της από παιδί. Έτσι τίποτε δεν του μένει κρυφό απ’ αυτή. Ο ίδιος έλεγε πως έχει πετάξει το αυτί του εκεί. Πολλά από τα αστεία και τα ανέκδοτά της ήταν δικά του στα καφενεία, στα ταβερνάκια, στο μαγαζί του. Ήταν αυθόρμητος και με έντονη προσωπικότητα. Και ζούσε σε βάθος το κάθε τί. Αλλά και η ζωή του γενικότερα ήταν σαν σε ανοιχτό χαρτί. 

 Έχει καιρό τώρα που τραγουδάει την αγάπη του στα πανηγύρια και τα βράδια στους δρόμους και τα στενά της γειτονιάς. Το ημερολόγιο δείχνει 1942. Εκείνος είναι 30 και η Ισμήνη 24. Έτσι λοιπόν,ένα φθινοπωρινό απόβραδο, έτσι απλά κρυφά και κατάμονος χτυπάει την πόρτα της Ισμήνης και μπαίνει μέσα σαν να τον περίμεναν. Ήταν πια καιρός να επισημοποιήσει την αγάπη του αυτή. Καλησπερίζει καλοσυνάτα και κάθεται. Με το χαμογελαστό του βλέμμα αγκαλιάζει την ξαφνιασμένη από την απρόσμενη παρουσία του οικογένεια και σταματά στην Ισμήνη. Οι ματιές τους διασταυρώνονται και οι καρδιές τους λένε τα δικά τους. Αμέσως μπαίνει στο θέμα. Άλλωστε η επίσκεψή του αυτή τούτο θέλει να τους πει. Αλλά και το ποίημα που ακολουθεί πολλές φορές ως τώρα και με διαφόρους τρόπους έχει λεχθεί. Η φωνή του έχει μια χαρούμενη χροιά και αρχίζει γλυκόφωνα και σταθερά. «Ισμήνη είναι καιρός όπως έχεις καταλάβει που σ’ έχω αγαπήσει, σ’ έχω ξεχωρίσει και σε θέλω για παντοτινή μου αγαπητική μου συντροφιά.» Εκείνη σαν τ’ ακούει για πρώτη φορά νιώθει τα μάγουλα της να γίνονται δύο κόκκινα τριαντάφυλλα χαρίζοντας στο προσωπάκι της περίσσια ομορφιά. Και μένει σιωπηλή. Τί άλλωστε να πει. Αφού τα έχει πει η γεμάτη από αγάπη καρδιά. Και ο Ανδρέας συνεχίζει στον ίδιο χαρούμενο τόνο. «Εσύ θα φορέσεις τα καλά σου και θα έρθεις να σταθείς κοντά μου. Τα υπόλοιπα θα είναι όλα δικά μου. Μου φτάνει η αγάπη σου και η καλή καρδιά σου». Και μένει για λίγο σιωπηλός. Ίσως θα ήθελε να γίνει πιο σοβαρός. Στην συνέχεια, αυτή την φορά την κοιτάζει κάπως παρακλητικά. «Όμως θα ήθελα μια χάρη από σένα. Να θυμάσαι πως κάποιες φορές θα βλέπεις τον γάιδαρο ν’ ανεβαίνει στην καρυδιά. Εσύ τότε να μην δυσανασχετείς». Όμως στην Ισμήνη ήταν αδύνατο να γίνει πιστευτό το παράλογο αυτό, όταν λέγεται σε τόνο τόσο αγαπητικό. Αλλά με τον καιρό ο Ανδρέας δυστυχώς βγήκε αληθινός. Όμως η μεγάλη του αγάπη προς αυτή αλλά και τα τόσα άλλα καλά του,έκαναν την Ισμήνη εκείνη την δύσκολη στιγμή να κάνει αγαπητική υπομονή. Αλλά και του Ανδρέα η χρυσή καρδιά, μετά την σύντομη αναταραχή, κατέβαζε τον κυρ-Μέντιοαπ’ την καρυδιά και η ζωή συνεχιζόταν όπως πρώτα όμορφα και αγαπητικά. 


 Και ο καιρός περνούσε και η ζωή κυλούσε με τα καλά και τ’ ανάποδά της όπως συμβαίνει πάντα με όλα τα ζευγάρια. Όμως δυστυχώς νέος ακόμα στα 58του χρόνια, αρρωσταίνει αρκετά σοβαρά από καρδιά. Τότε η χειρουργική ήταν άγνωστη αλλά και η φαρμακευτική αγωγή ήταν ανήμπορη να βοηθήσει αποτελεσματικά. Έτσι σιγά σιγά άρχισε να στερείται όλο και πιο πολλά από τις χαρές της ζωής και τα αγαθά. Για να κλειστεί τέλος τέλοςστο σπίτι του παρέα με τις στερήσεις και τα προβλήματά του. Έτσι βρίσκεται στο τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του. Μερικοί φίλοι και συγγενείς είναι η παρηγοριά του. 

 Μόνιμη συντροφιά του κρατά μια καρπουζιά που έχει φυτρώσει στη ζαρντινιέρα της βεράντας του. Κάθε μέρα απ’ το παράθυρό του της κάνει επίσκεψη και καμαρώνει μοναχοκάρπουζό της. Εκείνο, ίσως επειδή το λούζει ολημερίς ο ζεστός καλοκαιρινός ήλιος όλο μεγαλώνει και ασφαλώς θα γλυκαίνει. Αποτελεί, όπως και ο ίδιος λέει, την τελευταία του αγάπη. Καθώς στέκει για λίγο κοντά του καλεί κάθε φορά τα όνειρά του. 

 Έχει αποφασίσει κάποια μέρα να καλέσει τον παπά Βαγγέλη τον ξαδερφότου Πέτρο Λυκίδη και τον πρόεδρο Γιώργο Ιατρίδη,που τον βοηθάνε στον Γολγοθά του, να μοιραστεί μαζί τους την γλύκα του και την δροσιά του.

 Όμως για κακή τύχη όλων μας το ανιψάκι του Γιώργος 4 ετών θέλοντας να λάβει μέρος στον πανηγυρισμός του καρπουζιού κρυφά παίρνει το μαχαίρι, πηγαίνει στην καρπουζιά και του κάνει μια θανάσιμη μαχαιριά. Αυτό δα, το τόσο απλό σε κάποια άλλη περίπτωση.Αυτή την φορά, θα μπορούσε να φέρει σε όλους μας μεγάλη συμφορά. Η Αρετή σ’ αυτή την τραγικήστιγμή, βάζει το μυαλό της να δουλέψει. Μια και δυο τρέχει στον μανάβη. Για πολλή ώρα ψάχνει και βρίσκει, προς μεγάλη έκπληξη του καταστηματάρχη το δίδυμο αδερφάκι του πληγωμένου και το τοποθετεί στην καρπουζιά, παίρνοντας το πληγωμένο. Στην συνέχεια σύμφωνα με την επιθυμία, ορίζεται η μέρα και ώρα για το μεγάλο γεγονός της κοπής του καρπουζιού. Οι καλεσμένοι φυσικά είναι ενημερωμένοι...

  Όλοι είμαστε στο τραπέζι εν αναμονή της πανηγυρικής κοπής. Η Ισμήνη παίρνει το μαχαίρι και προχωρεί προς την καρπουζιά. Ο Ανδρέας καμαρώνει όλος χαρά.Έρχεται το περιβόητο καρπούζι και τοποθετείται στην πιατέλα, για την πανηγυρική κοπή εκ μέρους του Ανδρέα. Ευτυχώς που εκείνο είναι κατακόκκινο και γλυκό. Έτσι δικαιολογημένα ο Ανδρέας κάθε τόσο αναφωνεί πανηγυρικά: «Δείτε ομορφιά που βγάζει του Αντρέα η καρπουζιά». Συγχαρητήρια σπεύδει να συγχαρεί ο παπά Βαγγέλης. «κοιτάξτε χρώμα, απολαύστε γλύκα» συνεχίζει να πανηγυρίζει εκείνος. Και οι άλλοι με παλαμάκια του δίνουν τα εύσημά τους. Όμως ο Αντρέας για μια στιγμή σαν να μένει μόνος του συννεφιάζει, απουσιάζει και μονολογεί: «Μακάρι η γλύκα αυτή να μου έπαιρνε την μαύρη πίκρα από την ψυχή. Αλλά δυστυχώς αδυνατεί». Και εμείς όλοι μείναμε να τον κοιτάμε σαν να μην είμαστε εκεί. Ίσως έτσι έπρεπε. Όπως δεν έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Και δεν την έμαθε...Έτσι με τούτα και με εκείνα πέρασε για τον Αντρέα και τούτο το απόβραδο. Το απόβραδο, το τόσο διαφορετικό από εκείνο το παλιό και μακρινό. 

 Αλήθεια πόσο γρήγορα γύρισαν τα φύλλα της ζωής του και τώρα βρίσκεται στο τελευταίο. Το φύλλο που γράφει….

Τ Ε Λ Ο Σ
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Άνθισε και πάλι η αμυγδαλιά




Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

 Άνθισε πάλι η αμυγδαλιά και ας δείχνει το ημερολόγιο πως βρισκόμαστε ακόμα στο χειμώνα την καρδιά. Άνθισε και πάλι η αμυγδαλιά και ο βοριάς φυσομανά και γύρω-γύρω βασιλεύει παγωνιά. Των δέντρων τα γυμνά κλαδιά κουρασμένα πια από τη μόνιμη σχεδόν σκουρόχρωμη του ουρανού τη φορεσιά αναζητούν του ήλιου το θερμό χαμόγελο να το ζεσταίνει το λευκό τους αίμα για να ντυθούν, να ομορφύνουν, να καρπίσουν. 

Και ενώ σε αυτόν τον μελαγχολικό χειμωνιάτικο πίνακα όλο και κάποια μελανιά πινελιά που ασχημίζει η μυγδαλιά υψώνει το λάβαρο της ελπίδας και σκορπάει γύρω της αισιόδοξη διάθεση σε αυτόν που έχει μάτια να βλέπει και καρδιά να διακρίνει. Χωρίς δε, να χάσει λεπτό στέλνει το φτερωτό της χελιδόνι στην κυρά άνοιξη και το μήνυμα πως είναι πια καιρός να ξεκινήσει. Στα ταλαιπωρημένα δε μελισσάκια προσφέρει το μέλι της καρδιάς της. 

Αδιαφορεί  για τον ποιητή που κάποτε την είχε πει τρελή. Ούτε δίνει σημασία και στου βοριά την παγωνιά που καμιά φορά της θυμώνει και της τσαλακώνει τη νυφιάτικη της φορεσιά. Εκείνη ένα έχει στο νου και την καρδιά. Να σκορπά γύρω χαρά και του χαμόγελου τη ζεστασιά. 

 Κάποτε κάποιος τη ρώτησε: μυγδαλιά υπάρχει Θεός; Και εκείνη αμέσως λουλούδιασε...  Τί όμορφη απάντηση!!! 

 Και αληθινά. Ποιος άλλος μπορεί να ανθίσει η ομορφιά μέσα στην παγωνιά και χαμόγελο μέσα στη νεκρά; η μυγδαλιά λοιπόν, η ανθισμένη τόλμη έρχεται να μας δώσει μαθήματα θάρρους και ελπίδας. 

Σκορπώντας δε, τους ανθούς του χαμόγελου στον παγωμένο αγέρα, μας θυμίζει πως μπορούμε και εμείς να χαμογελούμε όταν όλα γύρω μας τα δέρνει η παγωνιά του πολύμορφου πόνου και να αισιοδοξούμε. 

 Η τόλμη πάντα είναι το μυστικό του τολμηρών και το χαμόγελο το δώρο των τυχερών. 
 Να συμβουλεύει η σημαιοφόρος της άνοιξης.
 Ας ακούσουμε αν θέλουμε την ανθισμένη τη σιωπή.
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Ο Θανάσης Βαλτινός στην εκπομπή της ΕΡΤ2 " ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ"


Ο σπουδαίος Καρατουλιάνος συγγραφέας και ακαδημαϊκός μιλά για τη ζωή του. 

Κατάδυση στις αλήθειες μιας ζωής δεμένης με τις περιπέτειες της γραφής και τη μοίρα του τόπου μας. Σε κάποιες ευτυχισμένες στιγμές η γλώσσα μπορεί και αποτυπώνει την ουσία των πραγμάτων στις ορατές και αόρατες εκδοχές τους. 

Από την εποχή της πρώτης του παρουσίας στα γράμματα με την ‘’Κάθοδο των εννέα’’ η δημιουργία προβάλλει σαν ένας ακατάβλητος αιματηρός, και σκληρός αγώνας, μια υπαρξιακή βιολογική αναγκαιότητα. Μια συνεχή προσπάθεια αποδέσμευσης από τους προσωπικούς μύθους που σε ορίζουν. Η θάλασσα στην ‘’Κάθοδο των εννιά’’ τελικά μπορεί να μην υπήρξε ποτέ. Η λύτρωση μπορεί να μην υπάρχει. Υπάρχει όμως η γραφή, η μετουσιωτική λειτουργία της γραφής που επιτρέπει να καταξιώνεται η ύπαρξη σου. Ακόμα κι αν δε υπήρξε η θάλασσα, εσύ κουβαλάς σήμερα στην τσέπη σου ένα θαυμαστό κοχύλι. Και με αυτό κλείνει χωρίς να τελειώνει η συνάντησή μας μαζί σου

Σκηνοθεσία: Πέννυ Παναγιωτοπούλου. 
Ιδέα-επιστημονική επιμέλεια: Φωτεινή Τσαλίκογλου..

Δείτε την εκπομπή εδώ 




Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

80 χρόνια από το έπος του 40


Της Καστρίτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

80 χρόνια από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
 
Όμως η εθνική μας περηφάνια για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν τότε ξεθωριάζουν όλο και περισσότερο. Και αφήνουν αδιάφορη την ελληνική ψυχή. Μόνο η εκκλησία μας γιορτάζει την γιορτή (την Σκέπη Της Παναγίας) κάθε χρόνο με μεγάλη τιμή. Οι χαρμόσυνες καμπάνες καλούν τα παιδιά της να ευχαριστήσουν με ευγνώμονα γονατιστή ψυχή την Τηνιακή μας Παναγιά. Εκεί που πληγωμένη απ τον τορπιλισμό του πολεμικού μας πλοίου Έλλη ανήμερα στην γιορτή της τον 15Αυγουστο, έγινε για άλλη μια φορά η υπέρμαχος Στρατηγός. Με τα παντοδύναμα αόρατα φτερά της σκέπασε και δυνάμωσε τα νηστικά παγωμένα και άοπλα παιδιά της και τα στεφάνωσε με της νίκης τα στεφάνια.

 Και εγώ γυρνώντας από την εκκλησία μετά τη θεία λειτουργία και τη δοξολογία πηγαίνοντας προς το σπίτι μου το βλέμμα μου περιδιάβαινε τα μπαλκόνια των σπιτιών για να χαρούν τη γαλανόλευκη σημαία μας. Όμως τα περισσότερα ήταν αστόλιστα και φτωχά. Και εγώ συνειρμικά βρέθηκα στους παλιούς δοξασμένους εκείνους καιρούς. Και σκέφτηκα. Αν μπροστά σου, λέω αν, περνούσε τρέχοντας μασκαρεμένος και λαχανιασμένος ο σημαιοφόρος τσολιάς κρατώντας με λατρεία ψηλά τη σημαία φωνάζοντας αέρα… και κάνοντας τους Ιταλούς λαγούς, εγώ αληθινά αληθινά τί θα είχα να πω στο βλέμμα του το επικριτικό;έτσι με βαριά καρδιά συνέχισα τα βήματά μου προς το σπίτι μου αφού άλλωστε η εθνική γιορτή είχε τελειώσει εκεί. Στη συνέχεια μπαίνω μέσα και άκεφη για οτιδήποτε άλλο παίρνω ένα φλιτζάνι καφέ και πέφτω στον καναπέ παρέα με τις αναμνήσεις μου. 

Ήταν φθινόπωρο σαν τώρα και έχουν μείνει τόσο ζωντανά όλα στο νου και την καρδιά. Και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Το πικροχάραμα εκείνης της σημαδιακής Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου, ένιωσα έντονα με τον παιδικό μου ψυχισμό το τρομερό γεγονός που μας διαλάλησαν οι χτύποι της Καμπάνας. Πόλεμος. Έχουμε πόλεμο. Και όλο το χωριό βρέθηκε στο πόδι. Όλοι νέοι, γεροί και παιδιά έτρεχαν και σαν τρελοί προς την πλατεία. Εκεί το μοναδικό ραδιόφωνο στο καφενείο μετέδιδε τον πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν: "Σήμερον ώρα 5:30 πρωινή οι Ιταλοί ζήτησαν από την πατρίδα μας να της παραδώσει τα ιερά και τα όσια. Την τιμή και την Ελευθερία της και ο κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς έδωσε τη, ηρωική ρωμαίικη απάντηση. Μία λέξη με τρία γράμματα αλλά με ψυχική δύναμη ατομικής βόμβας. Όχι. Έτσι η Ελλάς από σήμερον βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία"

Και το ηρωικό εκείνο, Όχι, έγινε τραγούδι και ο φθινοπωρινός αέρας το πήγε σε κάθε αιματοβαμμένη ελληνική γωνία και έκανε θεριό την κάθε ελληνική ψυχή και έφτασε και στο αγαπημένο μας Καστρί. 

Στην πλατεία ήταν όλοι εκεί. Οι λεβέντες χαιρετούσαν μανάδες γυναίκες παιδιά και τραγουδώντας ανέβαιναν στα φορτηγά χαρούμενοι λες και πήγαιναν σε πανηγύρι και οι γυναίκες μαζί με τα παιδιά και τους ανήμπορους χαιρετούσαν με βρεγμένα από τα δάκρυα μαντήλια και εύχονταν Η Παναγιά μαζί σας και με τη Νίκη. Όλοι τους δε, είχαν μεθύσει με την αγάπη της πατρίδας όπως τους είχε προτρέψει ο ελληνικός μας ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς: 
"τούτο το λόγο θα σας πω, 
δεν έχω άλλο κανένα,
 Μεθύστε με το αθάνατο 
κρασί του 21". 

 Μεθυσμένα δε, έτσι από τον πατριωτικό ενθουσιασμό όλα της Ελλάδος τα παλικάρια έφταναν στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, με απόφαση να τιμωρήσουν τον άνανδρο εχθρό. Και  έφτανε ως εκεί και η πύρινη προσευχή ολόκληρου του έθνους. 

Έτσι μαζί με την με την ακίνητη βοήθεια της Παναγιάς πέτυχε η Ελλάδα μας το θαύμα του 40. "Ένας λαός γονυκλινής προσεύχεται και ο στρατός προχωρεί προς τη νίκη" έγραφε μεταξύ άλλων ο Τίμος Μωραϊτίμης την 01/11/1940 στην εφημερίδα Έθνος. 

Τότε θυμάμαι κάθε απόβραδο στο Καστρί όλη η γειτονιά ήταν στον Άη Βλάση για την παράκληση στην Παναγία. Ακόμα ηχούν στα αυτιά μου τα γκουπ, γκουπ από τα κεφαλάκια των παιδιών στο δάπεδο που με το δικό τους τρόπο έκαναν την προσευχή τους στην Μεγαλόχαρη. Και ΕΚΕΙΝΗ έκανε το θαύμα της. Δεν άργησαν να ακουστούν πάλι οι καμπάνες. Τούτη την φορά όμως χαρούμενα για να αναγγείλουν τη νίκη: Πήραμε την Κορυτσά, τους Αγίους Σαράντα κλπ. Και η χαρά και υπερηφάνεια όλο και μεγάλωναν από τα δάφνινα στεφάνια. Όμως μεσολάβησαν από τότε τόσα πολλά και έχουν γίνει όλα τόσο διαφορετικά. 

Όμως οι δοξασμένες μνήμες του 40, όπως οι άλλες, ας παραμένουν ζωντανές και ας πάψουμε να μένουμε αδιάφοροι και ξένοι προς αυτές. Ας οδηγήσουμε ξανά τα βήματά μας στη σχολή του ηρωισμού και της Θυσίας. Έτσι θα νιώσουμε ποιοι είμαστε και ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Μακάρι να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια που μας πικραίνουν για να μεγαλώσει η αγάπη. Η αγάπη που γεμίζει φως και γαλήνη την ψυχή και κάνει ένα έθνος να Μεγαλουργεί.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

O Θανάσης Βαλτινός θυμάται και γράφει για το έπος του 40


Ο πεζογράφος και ακαδημαικός Θανάσης Βαλτινός, ο δικός Θανάσης θυμάται και γράφει για το έπος του 40








Και το πρώτο διήγημα του συγγραφέα  εδώ 



Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Μνήμες που ζουν για να θυμίζουν και να προβληματίζουν..... Ο Νίκος, η Ρένα και το τριαντάφυλλο

Η φωτογραφία είναι από την ταινία "ΝΥΦΕΣ"
του Παντελή Βούλγαρη
Οι αληθινές ιστορίες που θα διαβάσετε στην συνέχεια είναι φυλαγμένες στα καστρίτικα βιβλία της κ. Αρετής Καβάσαλη. Είναι δε βγαλμένες από τον ανθόκηπο της καρδιάς των νέων εκείνης της μακρινής εποχής που τους στεφάνωσε με τα ολόδροσα της δάφνης τα κλαδιά. Στην συνέχεια όμως η φωτιά του εμφυλίου τους τσουρούφλισε της ζωής τους τα πολύτιμα φτερά. Για να ποτιστούν στο τέλος με το φαρμάκι της ξενιτιάς το δάκρυ. Πώς άντεξαν σ’ όλα αυτά εκείνα τα εκλεκτά παιδιά; Μάλιστα παρουσίασαν μια αξιοζήλευτη ψυχική ομορφιά που θαμπώνει την χορτάτη από υλικά αγαθά νέα γενιά. Την πεινασμένη όμως από αθάνατες αξίες και ιδανικά. Τα αλτρουιστικά τους αισθήματα και η θυσιαστική τους ζωή χάριν του «ΕΜΕΙΣ». Το μεγαλείο αυτό της ψυχής δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Γι αυτό όσα χρόνια κι αν περάσουν οι ιστορίες αυτές ποτέ δεν θα γεράσουν αλλά θα ζουν για να διδάσκουν.  

------------------------------------------------------------------------------------------------

 Ο Νίκος η  Ρένα και το τριαντάφυλλο 

Η Ρένα ήταν το δεύτερο παιδί από τα έξι της οικογένειάς της και ίσως το καλύτερο. Είχε μέσα της η Ρένα το πνεύμα της υποταγής, της υπομονής και της προσφοράς που της χάριζαν μια ξεχωριστή ομορφιά στο ήδη όμορφο προσωπάκι της.

Η οικογένειά της άνηκε σε κείνες τις σπάνιες μητριαρχικές. Η μητέρα λοιπόν είχε το γενικό πρόσταγμα. Ο πατέρας τον περισσότερο καιρό περιφέρετο στα γύρω χωριά με ένα σφυρί και ένα μυστρί, προσπαθώντας να εξοικονομήσει τα απολύτως απαραίτητα. Αντίθετα η γυναίκα του ποτέ ή πολύ σπάνια έβγαινε από το σπίτι για δουλειά. Είχε κρατήσει για τον εαυτό της το υπουργείο οικονομικών και δημοσίων σχέσεων. Τις υπόλοιπες αρμοδιότητες είχε ακουμπήσει στους αδύναμους ώμους της μεγαλύτερης κόρης της Ρένας πριν ακόμη συμπληρώσει τα 16 της χρόνια. Όχι πως δεν την αγαπούσε αλλά θεωρούσε πως τα παιδιά και κυρίως τα κορίτσια ήταν υποχρεωμένα να βοηθούν την οικογένεια με κάθε τρόπο.

Αυτό το μήνυμα το είχε πάρει η Ρένα και θεωρούσε δεδομένο ότι έπρεπε να δώσει ολόκληρο τον εαυτό της στο κοινό καλό, αντικαθιστώντας και την μητέρα ακόμη αδιαμαρτύρητα. Άλλες εποχές τότε. Όμως αυτή η χρυσή καρδιά της αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της και στην παρουσία της. Ήταν ένα χαριτωμένο κορίτσι και καθώς μεγάλωνε γινόταν αγαπητό σε μικρούς και μεγάλους. Αυτό το ένιωθε η Ρένα. Όμως κάπου στεκόταν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στο Νίκο έδωσε το κλειδί της καρδιάς της. Ο Νίκος ήταν λίγο μεγαλύτερος από αυτή. Όμορφος με ύφος αρρενωπό. Σωστός λεβέντης. Ίσως τον έκανε πιο συμπαθητικό η ευαίσθητη και ρομαντική καρδιά του. Στον περίπατο προς την γέφυρα ανάμεσα στην νεανική κοσμοπλημμύρα τα μάτια του Νίκου έψαχναν επίμονα για τα όμορφα της Ρένας. Η στιγμιαία συνάντηση έλεγε τόσα πολλά. Ήταν χίλιες λέξεις αγάπης και αφοσίωσης. Και η βόλτα συνεχίζονταν σαν πρώτα και μετά. Πάντα υπάρχει το προσωπικό κομμάτι της καρδιάς και της ζωής για τον καθένα. Αυτό κράτησε ένα καλοκαίρι περίπου. Ήρθε το φθινόπωρο και η Ρένα κατέβηκε οικογενειακώς στο Κάτω Χωριό, όπως όλοι οι διπλοκάτοικοι. Ήρθε ό επόμενος Απρίλης και η Ρένα 23 ετών τότε, ανέβηκε στο χωριό για να καλλιεργήσει τα περιβόλια. Η οικογένεια συνήθιζε να ανεβαίνει τα καλοκαίρια στο Καστρί. Ο Νίκος κρατώντας ένα τριαντάφυλλο κόκκινο κάπου κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρέθηκε αντιμέτωπος με την Ρένα. Της δίνει το τριαντάφυλλο και ακούγεται να λέει σιγανά. «Ρένα μου σου χαρίζω αυτό το τριαντάφυλλο. Το χρώμα του δείχνει το αίσθημά μου για σένα και το άρωμά του τις προθέσεις μου.» Δύο κόκκινα τριαντάφυλλα έγιναν τα μάγουλά της και βρέθηκε ένα βήμα πίσω. «Ρένα» ακούστηκε να της λέει ο Νίκος «Το τριαντάφυλλο αυτό το έκοψα από την καρδιά μου στην οποία έχω τοποθετήσει και εσένα. Πως μπορώ λοιπόν να το τσαλακώσω; Μη φοβάσαι , μόνο άκου. Σε έχω διαλέξει από το περιβόλι της ζωής σαν το πιο όμορφο λουλούδι.» Η Ρένα εν τω μεταξύ έγινε κάπως σκυθρωπή. «Λυπάμαι» ακούστηκε να της λέει εκείνος. «Έκανα λάθος νόμιζα ότι και εσύ αισθανόσουν το ίδιο.» «Όχι Νίκο» τον διέκοψε η Ρένα, «Ό,τι και να πεις είναι και δικά μου λόγια γιατί και εγώ το ίδιο νιώθω.» Και συνέχισε με λιγότερο δισταγμό. «Μα φοβάμαι την μητέρα μου. Δεν την ξέρεις εσύ καλά αυτή. Είναι πολύ καλή στην αριθμητική . πάντα γι αυτήν, ένα και ένα κάνουν δύο. Όλα είναι απλά, όλα είναι ίδια, όλα περνούν απ΄ το στομάχι. Η καρδιά δεν έχει θέση, δεν έχει φτερά. Αν της μιλήσω για την αγάπη μας δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Άλλωστε δεν θέλει να με χάσει γιατί θα χάσει και τον πολύτιμο βοηθό της.» «Υπάρχει και άλλη λύση» είπε σιγανά αλλά τα λόγια του είχαν δύναμη και αποφασιστικότητα. «Ρένα μου είμαι δυνατός και ικανός να σε ζήσω. Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε.» «Αυτό που ζητάς Νίκο μου πολύ θα το ήθελα αλλά δεν το μπορώ. Είναι πάνω απ΄ τις δυνάμεις μου το ξέρεις.» «Ρένα μου δεν είσαι μόνο δειλή αλλά και αφοσιωμένο στην οικογένεια σου κορίτσι . Όμως μην απελπιζόμαστε, θα προσπαθήσω να την πείσω εγώ. Ίσως την λυγίσει η μεγάλη μας αγάπη.»

Είχε περάσει αρκετά η ώρα και η Ρένα έπρεπε να φύγει. Κατά καλή της τύχη δεν έτυχε να περάσει και δεν τους είδε μάτι. Έδωσαν τα χέρια. Ο Νίκος της τα έσφιξε με τρυφερότητα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο συμβόλαιο αγάπης.

Η Ρένα κρατώντας το τριαντάφυλλο, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της ψάχνοντας να βρει κάποια δικαιολογία για την αργοπορία της στην μητέρα της. Τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που πλημμύριζαν την καρδιά της δεν την άφηναν να νιώσει χαρούμενη, γιατί σκεπάζονταν από το μαύρο σύννεφο της μάνας της. Φτάνοντας έκρυψε κάπου το τριαντάφυλλο, άλλωστε δεν υπήρχε φόβος υποψίας από αυτό.

Δικαιολογήθηκε ότι στον δρόμο την φίλη της Γεωργία και έτσι ξαφνικά όλα ήταν όπως πάντα. Επιτέλους όμως η Ρένα είχε ένα κομμάτι του εαυτού της κατάδικό της, ένας ψυχικός χώρος που μόνο αυτή έμπαινε σε αυτόν. Φυσικά η παραμονή της εκεί δεν ήταν πάντα ευχάριστη, όπως αυτόν τον καιρό. Φώλιαζε η αγωνία πολλές φορές όχι φυσικά από τον Νίκο αφού και εκείνος την ίδια ακριβώς αβεβαιότητα αισθάνονταν που προέρχονταν από τον ίδιο σημαντικό της ζωής το γεγονός.

Έτσι κάπως πέρασε το καλοκαίρι εκείνο και ήρθε το φθινόπωρο, φέρνοντας γρήγορα τις βρο χές και τις ομίχλες του. Εκείνο τον καιρό η Ρένα ήταν στο Κάτω Χωριό με τα αδέλφια της , αντικαθιστώντας την μητέρα της η οποία περίμενε στο Καστρί να γυρίσει ο άντρας της από την δουλειά στα γύρω χωριά και να κατέβουν μαζί, αφού η εποχή εκείνη σημάδευε και το τέλος της δουλειάς στα ορεινά.

Ο Νίκος ένα βράδυ μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις βρέθηκε στο σπίτι της Ρένας. Η μάνα της κάτι είχε υποψιαστεί αλλά δεν το κουβέντιαζε ούτε με τον εαυτό της ούτε με το παιδί της. Για την Ρένα είχε διαλέξει ένα δρόμο ανώδυνο για αυτή χωρίς προίκες κλπ και με προοπτική για την υπόλοιπη οικογένεια. Ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς που τότε, γύρω στο 1948, είχε αρχίσει σιγά σιγά να ανοίγει. Πίστευε πως το παιδί της θα πήγαινε εκεί που θα ζούσε βασιλικά και η ίδια θα δεχόταν δολάρια. Πίστευε ότι στην Αμερική κυλούσε πακτωλός χρημάτων και κάποιο ρυάκι ευμάρειας θα έφτανε και στο σπίτι της κόρης της. Επομένως ούτε κουβέντα για γάμο στο χωριό. Με αυτές τις σκέψεις έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα στον επισκέπτη.

Γρήγορα ο Νίκος πήρε την αρνητική απάντηση και με άδεια την καρδιά έφυγε. Γι αυτόν ήταν το πιο οδυνηρό βράδυ της ζωής του. Κάτι που δεν μπόρεσε να συγχωρέσει στην μάνα της Ρένας ήταν τούτο: Πώς μπόρεσε να προχωρήσει τόσο στην ζωή της κόρης της και την οποία πόσο άσπλαχνα ποδοπάτησε; Πώς είχε την δύναμη σαν μάνα να αποφασίσει πριν από το παιδί της, για το παιδί της, το σπλάχνο της; Καλά ούτε μια κουβέντα γα το πιο μεγάλο γεγονός της ζωής της; Πώς το μπόρεσε; «Αχ καημένη Ρένα σε πόσο άπονο δρόμο σε οδηγεί η ζωή. Και να μην μπορώ να σε βοηθήσω και ας σε αγαπάω τόσο. Πόσο άσχημα παιχνίδια παίζει η ζωή αλήθεια! Πόσο δίκιο είχες. Τώρα καταλαβαίνω τους φόβους σου για την μάνα σου.» Αυτά έλεγε και ξανάλεγε καθώς τα βλέφαρά του δεν έλεγαν σφαλίσουν εκείνο το βράδυ. Και η κυρά-Μαριγώ χαιρόταν, γιατί τόσο γρήγορα και εύκολα ξεμπέρδεψε από αυτόν τον ανεπιθύμητο και ενοχλητικό γαμπρό. Και έτσι πέρασε ο καιρός και κατέβηκε στο Κάτω Χωριό αφήνοντας την κόρη της στην αβεβαιότητα και τις ευθύνες που της είχε φορτώσει. Και η μία μέρα έδινε την θέση της στην επόμενη. Και ο καιρός κυλάει κουβαλώντας τις όποιες μικροχαρές και πίκρες στους ανθρώπους.

Είναι απόγευμα Κυριακής του Δεκέμβρη. Όπως και άλλες φορές η Μαριγώ δέχεται την επίσκεψη του ανιψιού της του Γιάννη. Πάνω στην συζήτηση του αναφέρει και την πρόθεσή της να στείλει την Ρένα στην Αμερική για να γλυτώσει από την φτώχεια και την μιζέρια της Ελλάδας. Εκείνος είχε έτοιμο γαμπρό. Το Τέρης , κάποιος μακρινός συγγενής του θα έλυνε το πρόβλημα. Αμέσως άρχισε η επιχείρηση εξασφαλίσεως γαμπρού. Και η Ρένα; Ποιος ρώτησε την Ρένα; «Εγώ παιδί μου» είπε στον ανιψιό της «σαν μάνα θέλω το καλό της. Σε παρακαλώ Γιάννη θα μείνει μεταξύ μας το θέμα αυτό.» Έψαξε, βρήκε μια φωτογραφία της κόρης της και του την έδωσε, με την επιθυμία να την στείλει στον Τέρη. Ο Γιάννης νικώντας τους ενδοιασμούς του, ποιος μπορούσε άλλωστε να τα βάλει με την Μαριγώ, έστειλε την φωτογραφία στον Τέρη και γρήγορα πήρε την καταφατική απάντηση.

Σε όλο αυτό το διάστημα ο Νίκος και η Ρένα ζούσαν μέρες αγωνίας αλλά και η μισοπεθαμένη ελπίδα τους έδινε κουράγιο, μέχρι εκείνο το βράδυ του Μάρτη. Όλα ήταν συνηθισμένα και απλά. Τίποτα δεν προμήνυε στην Ρένα το ψυχικό αστροπελέκι που ερχόταν. «Ρένα» άρχισε να της λέει απλά σαν αν ήθελε να της χαρίσει ένα φόρεμα, «ξέρεις παιδί μου σε αρραβώνιασα» «Τί λες μάνα μήπως στον Νίκο;» «Τί να το κάνω παιδί μου εκείνο το φτωχόπαιδο! Δεν λέω είναι λεβέντης και καλός. Μα πώς θα σε ζήσει. Και με τι προίκα να σε παντρέψω; Ενώ ο Τέρης στην Αμερική θα σε κάνει βασίλισσα.» Η απάντηση της Ρένας ήταν ένα βουβό κλάμα. Δεν είπε τίποτα. Τί να πει σε μια μάνα που δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς της. Για αυτήν η καρδιά της ήταν ξέφραγο αμπέλι και όποιος και να έμπαινε μέσα ήταν το ίδιο. Ίσως πίστευε πως δεν υπήρχε καν καρδιά σε εκείνο το δροσερό λουλούδι. Άλλες εποχές τότε όχι φυσικά για όλους τους γονείς.

Πολύ πικρή για την Ρένα εκείνη την νύχτα. Την επόμενη έπρεπε να φορέσει το χαμογελαστό και χαρούμενο πρόσωπο της αρραβωνιασμένης με το ευτυχισμένο χαμόγελο. Τι υποκρισία Θεέ μου!! Ο Νίκος βέβαια δεν άργησε να το μάθει αν και ήταν βέβαιος για αυτό. Όμως άλλο να περιμένει και άλλο να ζει, το ξερίζωμα του ωραιότερου κομματιού της ζωής από την ψυχή του.

1948 Απρίλιος. Η αρραβωνιασμένη Ρένα βρίσκεται πάλι στο Καστρί. Έπρεπε να φροντίσει τα περιβόλια για τελευταία φορά. Όλα είναι έτοιμα για το ταξίδι στο Σεπτέμβριο. Στο ίδιο σημείο κάτω από την εκκλησία, πάλι εμπρός της ο Νίκος κρατώντας πάλι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ήταν βαθιά θλιμμένος. Η Ρένα στο αντίκρισμά του πάγωσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο ωχρό προσωπάκι της… «Ρένα» άκουσε τον Νίκο να της λέει. «Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου. Η μάνα σου φταίει που πήρε στα χέρια της την καρδιά σου και την τσαλάκωσε. Όμως και η δική μου αληθινά σου λέω πως κομματιάστηκε. Πάρε αυτό το τριαντάφυλλο. Να ξέρεις , όπως αυτό θα μαραθεί, έτσι και ο Νίκος γρήγορα θα χάσει την δροσιά της νιότης. Να με θυμάσαι όπου πας. Δεν έχω δικαίωμα να σου ζητήσω τίποτα αφού τώρα πια ανήκεις σε άλλον.» Κάνοντας μια απότομη κίνηση έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω μια εξουθενωμένη Ρένα. Εκείνη την στιγμή θα προτιμούσε να πεθάνει.

Ο Νίκος το είπε και το έκανε. Υπηρετούσε στην εθνική φρουρά. Ζήτησε μετάθεση και έφυγε. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου θέλησε και βρέθηκε στην μάχη. Εκεί, χωρίς προφύλαξη, βρήκε στο θάνατο την λύτρωση. Σαν κεραυνός έπεσε στις καρδιές όλων των συγχωριανών ο απίστευτος χαμός του παλικαριού. Ένας σεισμός οδύνης τους μάζεψε όλους κοντά του. Όλοι τους έδωσαν ένα θλιμμένο παρόν. Προηγείτο ο μεγάλος ήρωας αγκαλιασμένος από την γαλανόλευκη. Ακολούθησαν οι ιερείς και ανάμεσά τους ο επίσκοπος. Στην συνέχεια οι επίσημοι, μαζί με τον εκπαιδευτικό κόσμο, τους μαθητές και όλους τους κατοίκους βουρκωμένους και συγκλονισμένους.

Ίσως στο χωριό να μην είχε γίνει μια τόσο επιβλητική κηδεία. Θα την λέγαμε κηδεία ήρωα αφού ήταν παλικάρι και πολέμησε σαν ήρωας. Το μοιρολόι της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν από την τοπική φιλαρμονική έκαναν τον συννεφιασμένο ουρανό να θέλει να κλάψει. Όλοι οι κάτοικοι της περιοχής επίσημοι και μη που ακολουθούσαν, έψαχναν μέσα στην ομίχλη να δουν για μια ακόμη φορά τον Νίκο το παλικάρι. Στην κατάθεση που δάφνινου στεφανιού ακούστηκαν τα ίδια λόγια που είχαν λεχθεί πριν από χρόνια για τον μεγάλο Μακεδονομάχο Ήρωα τον Παύλο Μελά: «Πάντα χλωρό να βγαίνει το χορτάρι, στον τόπο που σε ξάπλωσε το βόλι, ώ παλικάρι.» και οι καρδιές έγιναν κομμάτια.

Το έμαθε και η Ρένα από κάποια μέσα ενημέρωσης και ζήτησε να μάθει από την μητέρα της λεπτομέρειες. Και εκείνη απάντησε με τον ίδιο κατάδικό της τρόπο. «Τί θέλεις και ρωτάς παιδάκι μου για εκείνον τον Νίκο; Γιατί στεναχωριέσαι; Δεν σε φτάνει που ζεις βασίλισσα; Ακόμη τον θυμάσαι;» Τί τραγική ειρωνεία; Τί αγεφύρωτη επικοινωνία!

Η Ρένα τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, όπως έχει πιο πάνω λεχθεί, έφυγε για την Αμερική. Μετά από ταξίδι 20 ημερών πάνω στο απέραντο ωκεανό σωματικό και ψυχικό ράκος, έφτασε στο λιμάνι που την περίμενε ο άντρας που επρόκειτο να γίνει το ταίρι της: Ο Τέρης. Στάθηκαν και οι 2 αμίλητοι και αμήχανοι αφού ο Τέρης δεν μπορούσε να της πει ούτε καλώς την. Παιδί δεύτερης ελληνικής γενιάς δεν ασχολήθηκε με τα ελληνικά. Όμως αγαπούσε την Ελλάδα και το είχε τιμή του να παντρευτεί Ελληνίδα.

Η Ρένα έκανε κόμπο την καρδιά της και άφησε την καλοσύνη της να σκεπάσει το σφάλμα της μάνας της. Το ωραιότερο κομμάτι της έμεινε κάπου στο χωριό και την Ελλάδα. Όμως τί έφταιγε ο άνθρωπος που βρέθηκε δίπλα της. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να του προσφέρει διχασμένη την καρδιά της και μισή. Προσπάθησε να την συμμαζέψει για να του την προσφέρει ολόκληρη. Έπειτα το σβηστήρι της ζωής με τις διάφορες δυσκολίες και τον ερχομό των παιδιών απάλυνε και απομάκρυνε τα αισθήματα της νιότης. Όμως, όπως πάντα συμβαίνει, ο άνθρωπος και να θέλει δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνα που του σημάδεψαν την ζωή. Έτσι άθελά της ερχόταν στο μυαλό τη η τρυφερή εκείνη ιστορία με τον Νίκο. Την ιστορία που ήταν ένα τρυφερό παιχνίδι, ένα απαλό χάδι της ψυχής που λίγες καρδιές μπορούν τόσο καρδιακά και πλατωνικά να ζήσουν.

Αύγουστος του 1998. Καθισμένες στην βεράντα του σπιτιού της αδελφής της στο χωριό που φιλοξενούσε την Ρένα μετά από 50 ολόκληρα χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει και να καταλάβει πότε πέρασαν τόσα χρόνια. Χρόνια που έφεραν χιόνια στα μαλλιά και ρυτίδες στα μάγουλα. Κλέψανε εκείνη την καλοσυνάτη δροσιά. Όμως το βλέμμα της Ρένας σαν τότε. Και μάλιστα ικανό να μπορεί να ψάχνει ακόμα στα ιδιαίτερα της καρδιάς και να χύνει φως στις λεπτομέρειες εκείνης της δροσερής και δραματικής ιστορίας που τόσο μας είχε όλους συγκινήσει. Τα είπε όλα. Και μια θλιμμένη έκφραση αχνοφάνηκε στο μαραμένο της πρόσωπο. Και πρόσθεσε με την πείρα των χρόνων ή σαν άνθρωπος που έφτανε στην κορυφή της ζωής από όπου όλα είναι τόσο διαφορετικά. «Αυτά έχει η ζωή. Όμως όχι μόνο για μένα αλλά για όλους. Ο καθένας μας γράφει την ιστορία του πάνω στην γη. Αρχίζει από την ανατολή και χωρίς να το καταλάβει φτάνει στην δύση. Όμως θέλω να πω και κάτι άλλο για τους ξενιτεμένους. Μόνο στην πατρίδα ανθίζουν τα λουλούδια και μόνο στο χωριό κελαηδάνε τόσο όμορφα τα πουλιά.» Και έμεινε για πολύ σιωπηλή.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται…
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

ΘΩΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ

Ένα υπέροχο  ποίημα από τον ευαίσθητο συμπατριώτη μας Σπύρο Α. Κωνσταντέλλο που γράφτηκε πριν ένα χρόνο τέτοιες μέρες

Αφιερωμένο σε όλους τους συμπατριώτες





Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Πορεία μιας παλιάς δασκάλας σε τρεις σταθμούς

Της Καστριτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

 Α’ Σταθμός απ ’το όνειρο και της πορεία στο διορισμό και την Αμυγδαλιά.

 Το κουδούνι της πόρτας ξαφνιάζει την Διάνα. Ο ταχυδρόμος της δίνει ένα ασυνήθιστο φάκελο. Μετά από ένα γρήγορο ευχαριστώ πολύ με χέρια τρεμάμενα από την ταραχή που της έφερε η χαρούμενη υποψία το άνοιξε. Και ναι! Δεν ξεγελιέται… της φέρνει τον διορισμό της. Ένα ευχαριστώ Θεέ μου της βγαίνει από το φυλλοκάρδι της και σωριάζεται στο διπλανό καναπέ. Για πολλή ώρα μένει να συλλογιέται και να χαίρεται. Να κλαίει και να γελάει. Το όνειρο με το τώρα μπερδεύονται στο μυαλό της. Όλο της το είναι πλημμυρίζει από πρωτόγνωρα γλυκά αισθήματα. Το νέο της χωριό το λένε Αμυγδαλιά.

Μετά τους πανηγυρισμούς και τις πρώτες συγκινήσεις αρχίζει να σκέφτεται για το ταξίδι..., Αν και οι ετοιμασίες αυτές έχουν αρχίσει από πολύ νωρίς. Από την πρώτη Δημοτικού και Γυμνασίου. Εκείνη όμως η αχειροποίητη βαλίτσα του μυαλού της έφερε κάποια στεναχώρια. Είναι αρκετά φτωχή. Σαν παιδί της κατοχής και της ανέχειας όπως άλλωστε και τα 23 παιδιά που απεφοίτησαν από την 8η τάξη του 8τάξιου Γυμνασίου δεν είχαν την δυνατότητα για περισσότερα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Δύο χρόνια όλα και όλα. Τι να προφθάσεις να μάθεις. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με κείνο της καρδιάς. Εδώ υπάρχει κάτι σπουδαίο: Να δοθεί στο παιδί Χριστός και Ελλάδα! Και επειδή αυτό είναι στην καρδιά, είναι πηγαίο χρειάζεται μόνο ένα θέλω και γίνονται θαύματα. Άλλωστε τότε βοηθούσε και η πολιτεία στην επίτευξη του σκοπού αυτού. Έπειτα τα παιδικά μάτια, επειδή ο Θεός μαζί με τα λουλούδια και τον έναστρο ουρανό τα άφησε στον Αδάμ έξω από τον παράδεισο για παρηγοριά έχουν απλήρωτη αξία. Έτσι με προσοχή θα προσπαθήσει να μην γίνει αφορμή να τσαλακωθεί ποτέ η παιδική ψυχή. Για τα υπόλοιπα θα προσπαθήσει ν’ ανταποκριθεί αφού υπάρχουν και βοηθητικά βιβλία.Τις υπόλοιπες μέρες βάλθηκε να ετοιμάσει τα προσωπικά της χρειαζούμενα.

Και η μέρα του ταξιδιού έφτασε. Επρόκειτο να ταξιδέψει και με πλοίο. Σε ορισμένη μέρα και ώρα μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες με τις βαλίτσες στο χέρι και αυτοί. Και νάτη τώρα στο κατάστρωμα αγναντεύει την απεραντοσύνη της θάλασσας. Αισθάνεται τόσο όμορφα καθώς το πρωινό μαγιάτικο αεράκι της χαϊδεύει το πρόσωπο. Όπως πολλές φορές κάνει όμορφη παρέα με τον εαυτό της. Ο νους της ανερώτητα τρέχει εδώ και εκεί. Για μια στιγμή σκάλωσε σε κάτι ζωντανό και δυνατό. Αντικρίζει κάπου στο βάθος του χρόνου την πρώτη της δασκάλα. Την κυρία Βασιλική. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Όμως μαζί της ήταν πολύ καλή και γι’ αυτό την αγάπησε πολύ και τώρα ακόμη και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Θυμάται πολλές φορές το βλέμμα της να πέφτει πάνω της με μια παιδική τρυφεράδα. Άλλοτε πάλι την χάιδευε με το γλυκό της χαμόγελο. Και τότε εκείνη έτρεχε να βρει τρόπο να κουρνιάσει κοντά της και αμέσως ένιωθε ανάλαφρα, όμορφα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που η μανούλα της είχε φύγει για τον ουρανό. Ίσως γι’ αυτό θέλησε να γίνει σαν εκείνη και να σκορπά χαρά σ’ όλα τα παιδιά. Όμως στην πορεία της κόβονταν τα φτερά και ήταν πάντα στεναχωρημένη. Μα πώς να σε στείλω παιδί μου στο Γυμνάσιο της αντίτεινε ο πατέρας της θλιμμένα. Πώς να σε στείλω παιδί μου αφού δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Πώς ν’ αφήσω ένα παιδί μακριά μου αφού τόσους μήνες λείπουμε από το Άστρος στο Καστρί. Όμως τί τα θες, πάντα γίνονται θαύματα. Η κλαψιάρικη επιμονή η δικιά της, το μεγάλο ενδιαφέρον της δασκάλας της και η αδυναμία που της είχε ο πατέρας της ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια και νάτην με τον διορισμό στο χέρι.

Και ήρθε η ώρα να αποχαιρετίσει τα μαθητικά της χρόνια, τους δασκάλους, την κυρία Βασιλική, τους καθηγητές και την μαθητική ζωή. Βρίσκεται στο κατώφλι του Α’ σταθμού της διδασκαλικής της πορείας. Μακάρι να φανεί συνεπής στις υποσχέσεις που είχε δώσει στον εαυτό της. Το πλοίο ξένο σε ό, τι συμβαίνει στο μυαλό και την καρδιά της Διάνας συνεχίζει το δρόμο του και κάποτε φθάνει στο λιμάνι. Με την βαλίτσα στο χέρι βρίσκεται στην προκυμαία. Για μια στιγμή την πλησιάζει ένας άγνωστος.

- Μήπως είσθε η Διάνα Χρονοπούλου;
-Μάλιστα του συστήθηκε εκείνη καλοσυνάτα.
- Είμαι ο Πέτρος Γεωργίου έρχομαι εκ μέρους του κ. Προέδρου της κοινότητας για να σας εξυπηρετήσω. Έχω φέρει και το άλογο.
- Ευχαριστώ πολύ, τον ευχαρίστησε καθώς εκείνος άπλωνε το χέρι του παίρνοντας του την βαλίτσα της.

Πάνω στο κόκκινο άλογο η Διάνα παρατηρούσε το άγνωστο για εκείνη τοπίο.
- Θέλω να μάθω κύριε Πέτρο για τα παιδιά που τ’ αγάπησα πριν τα γνωρίσω και για το καινούριο μου χωριό την Αμυγδαλιά που το νιώθω πια δικό μου.
Μεταξύ άλλων της είπε με φανερή ικανοποίηση εκείνος λεπτομέρειες για το καινούριο σχολείο που έχει γίνει στο χωριό με χρήματα του Ελληνοαμερικάνου Παύλου Παπαδόπουλου. Είμαστε και ( για να συμπληρώσει ) πολύ χαρούμενοι που ήλθατε και θα έχουν τα παιδιά την δική τους δασκάλα. Έτσι θα πάψει η ταλαιπωρία του πήγαινε έλα στο διπλανό χωριό των παιδιών και των γονέων.

Ο ήλιος εν τω μεταξύ σιγά σιγά χάνεται πίσω από το βουνό απλώνοντας στην θάλασσα τα χίλια χρώματά του που κρύβει η ασύλληπτη ομορφιά του. Γύρω πλανιέται μια μυρωμένη απαλάδα. Μερικά προβατάκια βοσκούν αμέριμνα θυμίζοντας στην Διάνα κάτι άλλα που περιμένουν τον δικό τους τσοπάνη. Και μια θερμή ευχή βγαίνει από την ολόχαρη ψυχή της:
-Θέε μου κάνε με σε παρακαλώ ένα δικό σου τσοπάνο με σπλαχνικό στα λογικά σου πρόβατα.

Από μακριά αγνάντεψε το αγαπημένο της χωριό την Αμυγδαλιά φέρνοντας στο μυαλό της χαρά και ερωτηματικά.

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Σταθμός β’ : « Η Διάνα, το σχολειό, τα παιδιά και η Αμυγδαλιά»

Η Διάνα συνεχίζει να δουλεύει μέσα κι έξω απ’ το σχολείο χωρίς ανάσασμα. Γι’ αυτό δεν άργησαν να γεμίσουν τα παράθυρα γλάστρες και ο κήπος λουλούδια. Και ανάμεσα σ’ όλα αυτά μια ολοζώντανη λουλουδένια ζωγραφιά εκείνη της Διάνας με τα παιδιά. Μαζί τους πολλές από τις ελεύθερες ώρες της περιδιάβαινε τους δρόμους στο χωριό και γύρω απ’ αυτό, συζητώντας μαζί τους απλά και αγαπητικά σαν μάνα με παιδιά.
 Ιδιαίτερη εντύπωση είχε κάνει στην Διάνα εκείνη η λαχτάρα των θηλυκών προβάτων που έτρεχαν το βραδάκι από την βοσκή βελάζοντας για να συναντήσουν το συντομότερο τα μικρά τους πεινασμένα ολημερίς παιδιά τους και να τα ταίσουν. Έπειτα ώρες ολόκληρες μιλούσαν για την υπακοή και την τάξη των μελισσών, την εργατικότητα των μερμηγκιών, την νοημοσύνη των χελιδονιών αλλά και την αμεριμνησία των τζιτζικιών. Άλλοτε πάλι απολάμβανε μαζί τους τ’ απαλά δειλινά, τα φεγγαρόλουστα βραδινά και τις κατακόκκινες ανατολές. Με όλα αυτά και με άλλα πολλά επιθυμούσε η Διάνα να τα φέρει κοντά στην φύση και την αγάπη του Δημιουργού της. Μα και για κάτι άλλο πιο ουσιαστικό. Να τα κάνει να αγαπήσουν τον τόπο τους και να μείνουν για πάντα εκεί. Μα και αν απλώσουν κάποια τα κλαδιά τους μακριά να μην λησμονήσουν την Αμυγδαλιά: το δέντρο που τους χάρισε τους πρώτους χυμούς τους.
Ακόμη με τις συγκεντρώσεις προσπαθούσε να φέρει τους γονείς πιο κοντά στα παιδιά και τα προβλήματά τους. Αλλά και τις νέες προσπαθούσε να τις βοηθήσει να επιτύχουν στην ζωή τους σαν σύζυγοι και μητέρες. Ίσως όλες εκείνες οι προσπάθειες της Διάνας φαίνονται υπερβολικές. Όμως ήταν άλλες εκείνες οι εποχές. Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν βγει έξω από το χωριό τους, οπότε οι εμπειρίες της ζωής τους. Ήταν ελάχιστες και τα εφόδιά τους λιγοστά. Γι’ αυτό και οι επισκέψεις της Διάνας στα σπίτια τους ήταν καλοδεχούμενες και οι καλοπροαίρετες συμβουλές της ευπρόσδεκτες. Για τον λόγο αυτό η Διάνα ήταν αγαπητή σε μικρούς και μεγάλους. Αλλά και με χαρά έτρεχαν στις εκδηλώσεις και εορτές του σχολείου οι οποίες τους έμεναν αξέχαστες.

 ------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 Σταθμός γ’ : « Η Διάνα αποχαιρετά τα σχολικά της χρόνια που πέταξαν σαν τα χελιδόνια»

Αυτή περίπου ήταν η ζωή της Διάνας στην Αμυγδαλιά.
 Ο ένας χρόνος έδινε την θέση του στον άλλον και εκείνος αντέγραφε τον προηγούμενο σε κέφι και δράση. Έτσι λοιπόν κύλησαν πέντε (5) ολόκληρα χρόνια.
 Αγάπησε πολύ την Αμυγδαλιά και τα παιδιά. Θα ήθελε λοιπόν να μείνει περισσότερο. Νόμιζα ότι ήλθε χθες και να! Τώρα ετοιμάζεται να φύγει και ετοιμάζεται να φύγει για άλλη περιοχή. Για άλλα σχολεία.
 Φεύγει και αφήνει πίσω της τα πιο όμορφα και δροσερά της χρόνια. Το καλύτερο κομμάτι της ζωής της, παίρνοντας μαζί της αναμνήσεις γλυκές και πικρές.
 Άλλαζε λοιπόν περιβάλλον και σχολείο και ζωή....
Τώρα οι ώρες της περνούν διαφορετικά με τους άλλους συναδέλφους. Ευχάριστα; Και ναι και όχι. Είναι ευχάριστο να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους με κοινούς στόχους και προβλήματα. Όμως η αρμονική συνεργασία έχει ανάγκη και από πολλές υποχωρήσεις τις οποίες θυμάται η Διάνα τα κατοπινά χρόνια....

 Εκείνο όμως που αληθινά αρχίζει να στεναχωρεί την Διάνα είναι το ότι χάνει σιγά σιγά την πρώτη της φλόγα και ορμή. Υπάρχει διάθεση, αλλά η σωματική της δύναμη όλο και υποχωρεί. Να! Δεν μπορεί τώρα να τρέξει με τα παιδιά στα διαλείμματα. Να παίξει μαζί τους το σχοινάκι και την μέλισσα.
 Οι λευκές τρίχες στα μαλλιά της όλο και πληθαίνουν. Όμως έχει όπλο της την πείρα και ζεσταίνει τα παιδιά με την πνευματική της ακτινοβολία.
 Τριανταπέντε (35) ολόκληρα χρόνια φτερούγησαν και χάθηκαν στον ωκεανό της αιωνιότητας. Και το έγγραφο του διορισμού αντικατεστάθη με εκείνο της παραιτήσεως.
 Ο ήλιος της ζωής έγειρε...
Η Διάνα με το χαρτί στα χέρια αναπολεί τα περασμένα. Κοιτάζει πίσω τον δρόμο της ζωής και δεν μπορεί να πει πως είναι απολύτως ευχαριστημένη. Έκανε αρκετά. Θα μπορούσε όμως να κάνει περισσότερα. Θα έπρεπε ασφαλώς ν’ αποφύγει και αρκετά λάθη. Πώς ήθελε αλήθεια να γίνει πάλι δασκάλα! Ν’ αρχίσει από την αρχή. Ήθελε μαζί με την αγάπη της στην αποστολή της να έχει και την πείρα. Μακάρι να μπορούσε να βρεθεί ψηλά. Η φωνή της δυνατή να γίνει πιστευτή απ’ όλους. Πώς δεν υπάρχει ομορφότερος δρόμος από εκείνον της δασκάλας. Δίνει νόημα στην ζωή και περιεχόμενο. Όσο και αν προσπαθήσει ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει να επιτύχει μεγαλύτερη τιμή από τον τίτλο του δασκάλου και να μπορεί να λέει και αυτός στον ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΤΕΡΑ:
 «Ους δέδωκας μοι εφύλαξα αν» τα παιδιά που μου έδωσες τα πρόσεξα.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Πορεία μιας παλιάς δασκάλας σε τρεις σταθμούς

Της Καστριτισσας δασκάλας Αρετής Καβάσσαλη – Αναστασοπούλου

Α’ Σταθμός απ ’το όνειρο και της πορεία στο διορισμό και την Αμυγδαλιά. 

 Το κουδούνι της πόρτας ξαφνιάζει την Διάνα. Ο ταχυδρόμος της δίνει ένα ασυνήθιστο φάκελο. Μετά από ένα γρήγορο ευχαριστώ πολύ με χέρια τρεμάμενα από την ταραχή που της έφερε η χαρούμενη υποψία το άνοιξε. Και ναι! Δεν ξεγελιέται… της φέρνει τον διορισμό της. Ένα ευχαριστώ Θεέ μου της βγαίνει από το φυλλοκάρδι της και σωριάζεται στο διπλανό καναπέ. Για πολλή ώρα μένει να συλλογιέται και να χαίρεται. Να κλαίει και να γελάει. Το όνειρο με το τώρα μπερδεύονται στο μυαλό της. Όλο της το είναι πλημμυρίζει από πρωτόγνωρα γλυκά αισθήματα. Το νέο της χωριό το λένε Αμυγδαλιά.

Μετά τους πανηγυρισμούς και τις πρώτες συγκινήσεις αρχίζει να σκέφτεται για το ταξίδι. Αν και οι ετοιμασίες αυτές έχουν αρχίσει από πολύ νωρίς. Από την πρώτη Δημοτικού και Γυμνασίου. Εκείνη όμως η αχειροποίητη βαλίτσα του μυαλού της έφερε κάποια στεναχώρια. Είναι αρκετά φτωχή. Σαν παιδί της κατοχής και της ανέχειας όπως άλλωστε και τα 23 παιδιά που απεφοίτησαν από την 8η τάξη του 8τάξιου Γυμνασίου δεν είχαν την δυνατότητα για περισσότερα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Δύο χρόνια όλα και όλα. Τι να προφθάσεις να μάθεις. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με κείνο της καρδιάς. Εδώ υπάρχει κάτι σπουδαίο: Να δοθεί στο παιδί Χριστός και Ελλάδα! Και επειδή αυτό είναι στην καρδιά, είναι πηγαίο χρειάζεται μόνο ένα θέλω και γίνονται θαύματα. Άλλωστε τότε βοηθούσε και η πολιτεία στην επίτευξη του σκοπού αυτού. Έπειτα τα παιδικά μάτια, επειδή ο Θεός μαζί με τα λουλούδια και τον έναστρο ουρανό τα άφησε στον Αδάμ έξω από τον παράδεισο για παρηγοριά έχουν απλήρωτη αξία. Έτσι με προσοχή θα προσπαθήσει να μην γίνει αφορμή να τσαλακωθεί ποτέ η παιδική ψυχή. Για τα υπόλοιπα θα προσπαθήσει ν’ ανταποκριθεί αφού υπάρχουν και βοηθητικά βιβλία.Τις υπόλοιπες μέρες βάλθηκε να ετοιμάσει τα προσωπικά της χρειαζούμενα.

 Και η μέρα του ταξιδιού έφτασε. Επρόκειτο να ταξιδέψει και με πλοίο. Σε ορισμένη μέρα και ώρα μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες με τις βαλίτσες στο χέρι και αυτοί. Και νάτη τώρα στο κατάστρωμα αγναντεύει την απεραντοσύνη της θάλασσας. Αισθάνεται τόσο όμορφα καθώς το πρωινό μαγιάτικο αεράκι της χαϊδεύει το πρόσωπο. Όπως πολλές φορές κάνει όμορφη παρέα με τον εαυτό της. Ο νους της ανερώτητα τρέχει εδώ και εκεί. Για μια στιγμή σκάλωσε σε κάτι ζωντανό και δυνατό. Αντικρίζει κάπου στο βάθος του χρόνου την πρώτη της δασκάλα. Την κυρία Βασιλική. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Όμως μαζί της ήταν πολύ καλή και γι’ αυτό την αγάπησε πολύ και τώρα ακόμη και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Θυμάται πολλές φορές το βλέμμα της να πέφτει πάνω της με μια παιδική τρυφεράδα. Άλλοτε πάλι την χάιδευε με το γλυκό της χαμόγελο. Και τότε εκείνη έτρεχε να βρει τρόπο να κουρνιάσει κοντά της και αμέσως ένιωθε ανάλαφρα, όμορφα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός που η μανούλα της είχε φύγει για τον ουρανό. Ίσως γι’ αυτό θέλησε να γίνει σαν εκείνη και να σκορπά χαρά σ’ όλα τα παιδιά. Όμως στην πορεία της κόβονταν τα φτερά και ήταν πάντα στεναχωρημένη. Μα πώς να σε στείλω παιδί μου στο Γυμνάσιο της αντίτεινε ο πατέρας της θλιμμένα. Πώς να σε στείλω παιδί μου αφού δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Πώς ν’ αφήσω ένα παιδί μακριά μου αφού τόσους μήνες λείπουμε από το Άστρος στο Καστρί. Όμως τί τα θες, πάντα γίνονται θαύματα. Η κλαψιάρικη επιμονή η δικιά της, το μεγάλο ενδιαφέρον της δασκάλας της και η αδυναμία που της είχε ο πατέρας της ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια και νάτην με τον διορισμό στο χέρι. 

Και ήρθε η ώρα να αποχαιρετίσει τα μαθητικά της χρόνια, τους δασκάλους, την κυρία Βασιλική, τους καθηγητές και την μαθητική ζωή.  Βρίσκεται στο κατώφλι του Α’ σταθμού της διδασκαλικής της πορείας. Μακάρι να φανεί συνεπής στις υποσχέσεις που είχε δώσει στον εαυτό της. Το πλοίο ξένο σε ό, τι συμβαίνει στο μυαλό και την καρδιά της Διάνας συνεχίζει το δρόμο του και κάποτε φθάνει στο λιμάνι. Με την βαλίτσα στο χέρι βρίσκεται στην προκυμαία. Για μια στιγμή την πλησιάζει ένας άγνωστος.
- Μήπως είσθε η Διάνα Χρονοπούλου;
-Μάλιστα του συστήθηκε εκείνη καλοσυνάτα.
- Είμαι ο Πέτρος Γεωργίου έρχομαι εκ μέρους του κ. Προέδρου της κοινότητας για να σας εξυπηρετήσω. Έχω φέρει και το άλογο.
- Ευχαριστώ πολύ, τον ευχαρίστησε καθώς εκείνος άπλωνε το χέρι του παίρνοντας του την βαλίτσα της.

 Πάνω στο κόκκινο άλογο η Διάνα παρατηρούσε το άγνωστο για εκείνη τοπίο.
- Θέλω να μάθω κύριε Πέτρο για τα παιδιά που τ’ αγάπησα πριν τα γνωρίσω και για το καινούριο μου χωριό την Αμυγδαλιά που το νιώθω πια δικό μου.
Μεταξύ άλλων της είπε με φανερή ικανοποίηση εκείνος λεπτομέρειες για το καινούριο σχολείο που έχει γίνει στο χωριό με χρήματα του Ελληνοαμερικάνου Παύλου Παπαδόπουλου. Είμαστε και ( για να συμπληρώσει ) πολύ χαρούμενοι που ήλθατε και θα έχουν τα παιδιά την δική τους δασκάλα. Έτσι θα πάψει η ταλαιπωρία του πήγαινε έλα στο διπλανό χωριό των παιδιών και των γονέων.

 Ο ήλιος εν τω μεταξύ σιγά σιγά χάνεται πίσω από το βουνό απλώνοντας στην θάλασσα τα χίλια χρώματά του που κρύβει η ασύλληπτη ομορφιά του. Γύρω πλανιέται μια μυρωμένη απαλάδα. Μερικά προβατάκια βοσκούν αμέριμνα θυμίζοντας στην Διάνα κάτι άλλα που περιμένουν τον δικό τους τσοπάνη. Και μια θερμή ευχή βγαίνει από την ολόχαρη ψυχή της:
-Θέε μου κάνε με σε παρακαλώ ένα δικό σου τσοπάνο με σπλαχνικό στα λογικά σου πρόβατα.

 Από μακριά αγνάντεψε το αγαπημένο της χωριό την Αμυγδαλιά φέρνοντας στο μυαλό της χαρά και ερωτηματικά.

συνεχίζεται...
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Χριστουγεννιάτικες φιλολογικές βραδιές στο κοσμογιαναίικο


Θυμάται και γράφει ο καστρίτης δάσκαλος Βασίλειος Ι. Κοσμάς

Αυτή τη γιορτινή μέρα που κάθομαι στο σπίτι, θυμήθηκα κάτι από τα καστρίτικα παιδικά μου χρόνια. Διαβάστε το αν θέλετε. 

Χριστουγεννιάτικες φιλολογικές βραδιές στο κοσμογιαναίικο 

 Ήμαστε σε ηλικία Γυμνασίου και Λυκείου. Το χειμώνα στο χωριό που είναι πάνω στο βουνό κάνει κρύο πολύ. Πολλές φορές ρίχνει και χιόνι.
Εμείς ζεσταινόμαστε και περνούσαμε το χειμώνα με μια ξυλόσομπα πιο παλιά και με μια στόφα αργότερα. Όπως και όλα τα σπίτια του χωριού. Η στόφα είχε το πλεονέκτημα ότι μπορούσες να φτιάξεις και ψητό φαγητό. Κι έκανε ψητά νοστιμότατα. Όλη η οικογένεια, πέντε άτομα, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, το χειμωνιάτικο. Εκεί μαγείρευε η μητέρα, εκεί διαβάζαμε, εκεί έραβε η κυρα Αλεξάνδρα, εκεί κοιμόμαστε. Εκεί και ο Κοσμόγιαννης διαρκώς πολυλογούσε και δε μας άφηνε να διαβάσουμε.
Εκεί λοιπόν, τις χριστουγεννιάτικες χειμωνιάτικες βραδιές, γινόταν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Δεν ξέρω αν αυτό γινόταν σε άλλο καστρίτικο σπίτι. Τότε δεν το εκτιμούσα. Μερικές φορές τσίναγα κιόλας. Γιατί μου ήταν κουραστικό να διαβάζω διηγήματα που τα ήξερα. Σήμερα όμως που το σκέπτομαι έχω σχηματίσει την πεποίθηση ότι αυτό ήταν μοναδικό και εξαίσιο.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  (1851-1911)
ο Άγιος των Ελληνικών Γραμμάτων
Λοιπόν με έβαζε ο πατέρας μου και του διάβαζα Παπαδιαμάντη. Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που υπήρχαν μέσα στα σχολικά μας βιβλία. Το Χριστό στο κάστρο, αλλά και άλλα που δεν ήταν χριστουγεννιάτικα όπως τη σταχομαζώχτρα. Και άλλα που δε θυμάμαι. Μεγάλα διηγήματα. Με την ιδιαίτερη δύσκολη γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Αλλά εγώ τα κατάφερνα καλά. Ήμουνα καλός στην ανάγνωση.
Όλη η οικογένεια έκανε ησυχία, τίποτα δεν ακουγόταν. Και κάθε τόσο με σταματούσε ο Κοσμόγιαννης. Πώς, πώς το είπες αυτό: Για ξαναδιάβασέ το. Και μετά: Ρε τι έχει γράψει ο άνθρωπος! Θαύμαζε.
Και όλη την άλλη χρονιά, όταν κονομήσαμε ραδιόφωνο του άρεσε να ακούει το θέατρο της Δευτέρας. Όλη η οικογένεια ακούγαμε το θέατρο της Δευτέρας.
Λοιπόν , δε νομίζετε ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο;
Διαβάστε περισσότερα...