Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Για την επέτειο του ΟΧΙ

Γράφει η Καστρίτισσα δασκάλα και συγγραφέας Αρετή Καβάσαλη Αναστασοπούλου

 Αναφερόμαστε σε εκείνη την εποχή που η Πατρίδα μας βρισκόταν στην δίνη του πολέμου. Και είχε μεταβληθεί σ’ ένα στρατόπεδο προσευχής. «Ένας λαός γονυκλινής προσεύχεται κι ένας στρατός προχωρεί» έγραφε ο Τίμος Μωραϊτίδης στην εφημερίδα Έθνος (21-11-1940). Και ο Άγγελος Τερζάκης κάπου αλλού αναφέρει: ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μια γυναίκεια μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, ελαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζαν. Ήταν η Μάνα. Η λαβωμένη της Τήνου. Η Υπέρμαχος Στρατηγός. Έτσι έπαιρναν δύναμη και κατόρθωναν τα ακατόρθωτα.

 Στην συστράτευση λοιπόν αυτή της προσευχής της Ελλάδας από κοντά και το χωριό μας και η γειτονιά μας... Κάθε βράδυ μικροί και μεγάλοι έβγαιναν στο σκοτάδι και με το φως της καρδιάς, την ελπίδα, έφταναν στην αγκαλιά της εκκλησίας του Αϊ -Βλάση. Εκεί γονατιστοί πάνω σε κουρελού με το λιγοστό φως των καντηλιών παρακαλούσαν ολόθερμα την Παναγία : « Πάντων προστατεύεις Αγαθή…», « Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι…», «το Κύριε ελέησον». Τα έψαλλαν σαν τα πουλιά τα μικρά παιδιά. Στην συνέχεια γκουπ γκουπ τα κεφαλάκια τους πάνω στην κουρελού έκαναν τις δικές τους μετάνοιες. Ώρες θεϊκής εξάρσεως και ψυχικής ανατάσεως.

Θα έλεγε κανείς πως απ’ όλη την Ελλάδα εκείνοι οι λυγμοί της προσευχής και της παιδικής κραυγής μαζί με το λιβανωτό ανέβαιναν ψιλά και έφταναν στης Παναγιάς την καρδιά. Και Εκείνη θλιβόταν και έλιωνε από τον πόνο και την αδικία και παρακαλούσε και ζητούσε από τον Κύριο και Θεό της το θαύμα. Και ο Χριστός της το έδωσε και Εκείνη μας το χάρισε.

Και το χαρήκαμε και το ζήσαμε οι Έλληνες έντονα για πολλά χρόνια.

Όμως σιγά σιγά και από διάφορες αιτίες με τον καιρό ξεθώριασε εκείνος ο ενθουσιασμός και ξέφτισε η ευγνωμοσύνη στην Παναγία και τους ήρωες. Έτσι κάθε χρόνο αυτό που γιορτάζουμε φαίνεται όλο και πιο μακρινό, για πολλούς από τους Έλληνες. Πολλοί αδιαφορούν ακόμη να στολίσουν τα σπίτια τους εκείνη την ημέρα της εθνικής μας γιορτής με την γαλανόλευκη που πάντα έφερνε ρίγη συγκινήσεως και δάκρυα στα μάτια.

Έτσι αισθανόμαστε ανάμεικτα αισθήματα υπερηφάνειας για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν τότε αλλά και κάποια απογοήτευση για την σημερινή κατάσταση.

Μακάρι να γυρνούσαμε για λίγο στα παλιά και να αφουγκραζόμασταν την ψυχή των πατέρων και των παππούδων μας. Τότε ίσως γιορτάζαμε τις εθνικές μας γιορτές περισσότερο ελληνικά όπως τους αξίζει και έχουμε ιερή υποχρέωση. Μακάρι.
Διαβάστε περισσότερα...