Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα τραπέζι φερμένο από τα παλιά

Θυμάται, νοσταλγεί και γράφει η δασκάλα,Αρετή Καβάσαλη- Αναστασοπούλου

 -Ένα τραπέζι κάνει εντύπωση στους καλεσμένους όταν είναι νόστιμα αυτό που προσφέρονται αλλά και σερβίρονται καλαίσθητα και νοικοκυρεμένα. Όμως Αρετή κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι πολύ φτωχό, αφάνταστα πρόχειρο και απαράδεκτα ανοικοκύρευτο. Κι όμως πίστεψέ με μου άφησε γλυκές αναμνήσεις και νοσταλγικές χαρές. Αυτά μου είπε μεταξύ των άλλων σε κάποια επίσκεψη στο σπίτι της η Ελένη Λ. Αξίζει νομίζω σε μια εποχή κρίσης να την ακούσουμε.

-Ήταν Αρετή μετά την κατοχή και ήταν όλα γύρω μας και μέσα μας ερειπωμένα: σπίτια από ξαδέλφια μας καμένα, όνειρα τσακισμένα, νεύρα σπασμένα, ανταμώναμε μερικοί φίλοι με αδελφική αγάπη και δίναμε διέξοδο στον πόνο μας. Μας έλλειπαν πολλά, αλλά κρατούσαμε στα χέρια μας το σπουδαιότερο δώρο της ζωής. Κρατούσαμε την ίδια την ζωή. Δεν κινδύνευε το κεφάλι μας. Εύκολα γελούσαμε και ξεδίναμε. Αλλά ας έλθω σε εκείνο το λουκούλλειο δείπνο!!! Έτσι θα πεισθείς για όλα όσα σου λέω.

-Λέγε Ελένη μου ,την παρακάλεσα. Αληθινά σου λέω είμαι όλο αυτιά. Τότε παρατήρησα πως τα κουρασμένα απ’ τα χρόνια μάτια της πήραν μια πρωτοφανή λάμψη και στο πρόσωπό της φάνηκε ένα αχνό χαμόγελο φερμένο από το τότε.

-Μάθε Αρετή πρώτα την αλησμόνητη παρέα. Ήταν ο Πέτρος, η Χριστίνα και εγώ, το ζεύγος Αντρέα και Ισμήνη, τ’ αδέλφια Γιάννης και Δαμιανός, ο Γιώργος και η Χρυσούλα και κάποτε βρισκόταν μαζί μας ο Σεβαστός μας Παπά Βαγγέλης με την αγαπημένη μας πρεσβυτέρα Τασία. Όλη λοιπόν η παρέα εκείνο το καλοκαιρινό σούρουπο βρισκόταν κάτω απ’ τον αγαπημένο μας πλάτανο. Εκεί όπου παλιά λέγαμε τα δικά μας και αστειευόμαστε. Σε μια στιγμή βλέπουμε τον Γιάννη όρθιο με προσποιητό στόμφο στην μορφή και την φωνή ν’ ακούγεται:

-Αγαπητοί μου απόψε σας καλώ στ’ αρχοντικό μου για ένα πολυτελές δείπνο. Η Διαμάντω έχει ετοιμάσει με τα χεράκια της έναν κόκορα με χυλοπίτες που μας έστειλε απ’ το καλοκαίρι ο θείος μου. Υπάρχει και λίγο ψωμί. Κρασί όσο φτάσει. Ακολούθησε θερμό χειροκρότημα.

-Μην βιάζεστε να χαρείτε, συνέστησε ο Γιάννης, γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα

-Ποιο; Απορήσαμε με αγωνία

-δεν υπάρχουν σερβίτσια. Όταν μας έδιωξε το καμένο μας σπίτι και βρεθήκαμε σ’ αυτό του θείου μου οι συμπατριώτες μας, μας έδωσαν και φτιάξαμε το φτωχό νοικοκυριό μας.

-Μας φτάνει και μας περισσεύει! Είπαμε όλοι μαζί καθησυχαστικά.

Στην συνέχεια πήρε τον λόγο ο Ανδρέας «προχωρείτε για το σπίτι του Γιάννη, βρίσκεται λίγο πιο πέρα απ’ το σχολείο. Εγώ σε λίγο θα είμαι εκεί». Μέχρι που να φτάσουμε καταφθάνει και ο Ανδρέας της Ντίνας της Χρόνη Καραμήτρου που τους φιλοξενούσε με την γυναίκα του αφού και το δικό του είχε γίνει στάχτη. Έφερε θυμάμαι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, αρκετό ψωμί, κρασί και μερικές κονσέρβες ψάρι απ’ αυτό που μας είχε στείλει η Αμερική τότε για βοήθεια. Στο ταλαίπωρο τραπέζι το οποίο ευτυχώς ήταν μεγάλο στρώσαμε ένα καθαρό σεντόνι και το τοποθετήσαμε κοντά στο κρεβάτι. Συμπληρώσαμε μερικές φθαρμένες ψάθινες καρέκλες και σκαμνιά και βολευτήκαμε. Στα υπάρχοντα πιάτα βάλαμε ό,τι φαγώσιμο υπήρχε και προσθέσαμε τα σερβίτσια για το κρασί. Τα πιρούνια τα χρησιμοποιούσαμε εναλλάξ. Στην ανάγκη τρώγαμε και με τα χέρια. Και το αξιοπρόσεκτο είναι τούτο: Όχι μόνο δεν υπήρχε αίσθημα αηδίας αλλά απεναντίας πειραζόμαστε σαν παιδιά. Σε μια στιγμή ακούμε τον Παπά Βαγγέλη να πιάνει το ποτήρι και να εύχεται: παιδί μου καλή δύναμη στην ζωή της λευτεριάς που αρχίζει και ο Γιώργος έσπευσε να ευχαριστήσει τσουγκρίζοντας με το μπρίκι του χαρούμενα. Η όλη χαρούμενη ατμόσφαιρα αλλά και το κρασάκι Αρετή, μας έφερε κέφι. Έτσι ακολούθησε ένα γλέντι αληθινά προπολεμικό. Χαρήκαμε με την καρδία μας και χορέψαμε μέχρι εξοντώσεως. Ένα αλησμόνητο βράδυ μαζί με ένα πρωτόφαντο δείπνο έφτασε στο τέλος του.

Όμως εκείνο το φιλικό τραπέζι έμεινε ολοζώντανο στον νου και την καρδιά μας. Πιστεύω Αρετή να με δικαιώσεις για την νοσταλγική χαρά μου και ανακάθισε στο κάθισμά της με την ικανοποίηση ενός μικρού παιδιού που είπε το ποίημά του όμορφα στις εξετάσεις του σχολείου.

Είπε ακόμη πολλά εκείνο το απόγευμα η Ελένη που φανέρωναν νοσταλγία και πόνο για την καταραμένη εκείνη μέρα της 24ης Ιουλίου που έγιναν στάχτη πολλά σπίτια από αδελφικά χέρια.

Είχε πια κουραστεί. Καιρός Ελένη μου να σε αφήσω – Σ΄ ευχαριστώ για την όμορφη επικοινωνία μας – και εγώ σ’ ευχαριστώ Αρετή γιατί μου έδωσες την ευκαιρία να αναπολήσω και να φανερώσω περασμένες όμορφες φιλίες αδελφοσύνης και ανθρωπιάς αλλά και μαύρες ώρες απίστευτης συμφοράς. Ελένη μου με το καλό να σε ξαναδώ.

Ευχαρίστησα και έφυγα προβληματισμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου